Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

Νωθρότητα.

“Γιατί με κοιτάει έτσι αυτός ρε μαλάκα;”

Η 80χρονη –κατά τα φαινόμενα, τα οποία συνήθως απατούν, άρα τουλάχιστον 80χρονη- αναιμική, ρυτιδιασμένη, νεκροζώντανη φιγούρα του υπάλληλου του μίνι-μάρκετ μοίραζε χαμόγελα. Και βλέμματα. Αλλά κυρίως χαμόγελα, λόγω ασθενούς οράσεως. Ή κυρίως βλέμματα, λόγω φανερής έλλειψης στοιχειωδών οργάνων που θα συντελούσαν στην επιτυχή διεκπεραίωση μιας τέτοιας αποστολής. Δοντιών, με λίγα λόγια. Με λόγια έξω από τα δόντια.

“Έχεις δει τη μούρη σου τελευταία;” – “Άντε γαμήσου.”

Το υπεραιωνόβιο γκόλουμ μάλλον αναθάρρησε στο άκουσμα λέξεων που στα νιάτα του σήμαιναν κάτι βιβλικό, και πλησίασε τους δύο εξτρίμ νεαρούς, κρατώντας το βλέμμα, κρατώντας το χαμόγελο, κρατώντας μια μαγκούρα και κινούμενος με ρυθμούς που θα ζήλευαν τα ζόμπι του Ρομέρο. Έκανε να ανοίξει το στόμα του, δεν το άνοιξε, ευτυχώς γιατί βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής, τσιμουδιά. Τα τρομοκρατημένα μα καμουφλαρισμένα με δόσεις ειλικρινούς καχυποψίας και τσαμπουκά βλέμματα των νεαρών μας, έδωσαν άμεσα σήμα στον Πατήρ-Εγκέφαλο, ο οποίος αφού αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης, ξύπνησε ταυτόχρονα και το διπλανό του Πατήρ-Εγκέφαλο, και αφού για πρώτη φορά λειτούργησαν, και για πρώτη φορά λειτούργησαν ταυτόχρονα, έστειλαν σήμα στα τρομοκρατημένα μα καμουφλαρισμένα με δόσεις ειλικρινών Λιβάις Τζινς, πόδια τους. Δεν άρχισαν όμως να τρέχουν ουρλιάζοντας, παρά μόνο αφού πήραν 2 (δύο) κουτάκια κοκακόλα έκαστος στα χέρια τους και γλίστρυσαν επιδέξια και με ρίσκο ζωής από τα θανατηφόρα χέρια του μύκητα που είχε το θράσος να κυκλοφορεί ελεύθερος με ανθρώπινη μορφή.

Στη γωνία πριν το σπίτι τους , τον είδαν. Στεκόταν, χαμογελούσε, είχε δόντια, φορούσε γυαλιά, ήταν αυτός. Κοιτούσε. Σίγουρα είχε έρθει ως εδώ πριν από αυτούς, πριν από τον ίδιο του τον εαυτό ,πριν το Χόκινγκ, για το Χόκινγκ. Και για να απονείμει δικαιοσύνη, με τρόπο που θα άρμοζε σε έναν υπεύθυνο καταστηματάρχη. Δε θα του περάσει.

“Ψόφα, δαίμονα”. Οι ανθρακούχες βολές προς τον ανήμπορο γεράκο και η χρήση τακτικών του στυλ “χτύπα και τρέχα” συνέθεταν το όμορφο και ήσυχο κατά τα άλλα απόγευμα της 24ης Ιουλίου, στη μικρή γειτονιά που βρισκόταν έξω από την πόλη της Κ. Ο χωροχρονικός γεράκος κατέρρευσε χωρίς να τον πετύχει κανένας από τους τσίγκινους σαμουράι που προσπάθησαν βίαια να εισβάλλουν στην ομαλή διεξαγωγή του απογευματινού του τριπ, αλλά ένα τέτοιο θέαμα είναι αποτρόπαιο, ξαφνικό, δυσβάχταχτο για τέτοιες ηλικίες, όπως και να χει. Ακόμα και οι βρικόλακες πεθαίνουν από το φόβο τους, όπως αποδεικνύεται.

Το μίνι μάρκετ την επόμενη ήταν κλειστό. Αλλά αυτός μέσα. Σίγουρα θα σχεδίαζε κάτι. Σίγουρα έδειχνε να σκέφτεται, να μελετάει, και να σχεδιάζει. Αντικρύζοντας τον εκεί, το ίδιο μοχθηρό, το ίδιο ζελεδιαστό, χωρίς δόντια, οι δύο ήρωές μας αποφάσισαν πως έπρεπε να τελειώσει εδώ αυτή η διαμάχη. Ένα χτύπημα στην πόρτα και μία κραυγή που μεταφράζεται ως “θα πεθάνεις, απεσταλμένε των Ανίερων” ήταν αρκετά.

Και έτσι απεβίωσαν οι δύο γηραιέστεροι δίδυμοι της κωμόπολης.

Καουμπόηδες.

“Well, I'm at the station, and I can't get on the train…”

Έφερα το κεφάλι μου απότομα μπροστά και συνέχισα, χαμηλώνοντάς το, μόλις διέκρινα πως κάποιος ήταν εκεί. Και όντως, στο μπαλκόνι του κοντινότερου στο δρόμο διαμερίσματος είχες βγει εσύ για τσιγάρο. Η ανοιχτή μπαλκονόπορτα και τα δυνατά σου ηχεία επέτρεπαν στη βραδιά να έχει έναν πιο τζαζ τόνο. Το παγκάκι στο στενό με την επιγραφή “Οδός Ευνομίας” είχε γίνει μούσκεμα από τη βροχή, όπως κάθε βράδυ την τελευταία εβδομάδα. Και εγώ, από τις εννέα και έπειτα, εμφανιζόμουν για να του χαρίσω μια στεγνή ακρούλα θυσιάζοντας τη σπιτική θαλπωρή και ίσως τα πνευμόνια μου. Ήδη βήχω. Χαλάλι. Θα στρίψω κι εγώ.

“Δεν έχει, όχι.”

Σε κοίταξα ξαφνιασμένος. Είχες γυρίσει την πλάτη σου και μιλούσες σε κάποιον μέσα. Όχι σε μένα. Σίγουρα δε θα μιλούσες ποτέ σε μένα. Ψαχούλεψα τις τσέπες μου και –αφού σχεδόν με έκανε να αναπηδήσω ένα μικρό ρίγος- έφερα τον καπνό μπροστά μου, μόνο και μόνο για να διαπιστώσω πως μου είχε τελειώσει. Σε κοίταξα καχύποπτα. Ευχαριστώ για την πληροφορία. Σηκώθηκα, σε είδα να μιλάς έντονα στο τηλέφωνο, άφησα το παγκάκι να βρέχεται και γύρισα σπίτι.

Την επόμενη έκατσα στο παγκάκι από τις οκτώμιση. Φαίνεται πως τα πήγαινε μια χαρά, μιας και δεν έβρεξε σήμερα. Αλλά το κρύο με δυσκόλευε. Τσιγάρο. Κοίταξα αργά αργά προς το παράθυρό σου, φοβούμενος μήπως δε δω φως, μήπως δεν είσαι εδώ. Δόξα τω θεώ. Το φως έσβησε και βγήκες πάλι στο μπαλκόνι. Έδειχνες άρρωστη, έσκιζες νευρικά ένα πακέτο τσιγάρα και για μία στιγμή ένιωσα πως με κοίταξες. Θα προλάβαινα να σιγουρευτώ αν δε με είχε καταβάλλει πανικός και δε γυρνούσα το βλέμμα μου στο άδειο –εκτός από μένα- παγκάκι της Οδού Ευνομίας. Αφού μπήκες πάλι μέσα διέκρινα ένα μικρό κομμάτι χαρτί κάτω, αποτέλεσμα της νευρικότητάς σου. Έκανα να το μαζέψω, επάνω του

“το Υπουργεί…..
Προσοχ….”.

Το έβαλα στην τσέπη μου και στο παγκάκι μου χωρίς να έχω αντιληφθεί πως την ίδια ώρα ένας κάτοικος προσπαθούσε να παρκάρει επιδέξια το αυτοκίνητό του στο στενάκι και με χτύπησε. Μετά από πληθώρα απολογιών, δικαιολογιών, απειλών, έντασης, ηρεμίας, επέστρεψα στο κρεβάτι μου όπου έκατσα μέχρι το πρωί σκεπτόμενος πως το ήξερες. Πως με αγαπάς, με νοιάζεσαι, με προειδοποιείς. Έστω και αν δεν το ξέρεις. Με βλέπεις σχεδόν καθημερινά τους τελευταίους 5 μήνες, πως γίνεται να μη με καταλαβαίνεις; Σε έχω δει να καπνίζεις, να στενοχωριέσαι, να πειράζεις, να πειράζεσαι, να με κοιτάζεις – σίγουρα με κοίταξες!- να με παρατηρείς; Υπάρχει περίπτωση να είσαι εσύ εκεί, επειδή κάποια στιγμή θα σύχναζα εγώ στο απέναντι παγκάκι; Υπάρχει περίπτωση να στέκουν όλα; Υπάρχει περίπτωση να είναι απλά γραφτό το να έρθεις να μου μιλήσεις, να μου εξομολογηθείς, να με φιλήσεις, ενώ θα έχω γείρει το κεφάλι μου προς το μέρος σου για να σου βγάλω τυχαία ένα φύλλο από τα μαλλιά, και οι προειδοποιήσεις σου για τον καπνό και το αυτοκίνητο να ήταν τρόποι προσέγγισης; Είναι δυνατόν; Πως…

Τρεμάμενος –όχι από το κρύο- έστριβα μέσα στο στενάκι διστακτικά και με την καρδιά μου να διαμαρτύρεται έντονα, σε μία από τις πιο δύσκολες στιγμές της. Την καταλάβαινα, αλλά δεν έπρεπε να κάνω πίσω. Το χαλί είχε αρχίσει να στρώνεται, και είχα φορέσει τα καλά μου παπούτσια για την περίσταση. Πλησιάζοντας το μπαλκόνι σου σε είδα να ξεσπάς. Πιο θυμωμένη από ποτέ, καθισμένη στα γόνατα, να κρατάς τα κάγκελα τόσο δυνατά που φαίνονταν οι φλέβες σου, η μουσική στα αυτιά μου και η κουκούλα στο κεφάλι μου να συγχρονίζει τις δυνατές φωνές σου, τη βροχή, και “everywhere I go, it rains on me” , όντως συνέβαινε, έχεις δίκιο, δεν έπρεπε να πάρω τόσο θάρρος, μη φωνάζεις και μην κλαις σε παρακαλώ, το ξέρω πως με μισείς, θα σε μισήσω και εγώ αν συνεχίσεις/όχι, θα φύγω επειδή σε αγαπάω. Πόσο ανόητος ήμουν πιστεύοντας πως σήμαιναν κάτι όλα αυτά.

Την επόμενη μέρα, το παγκάκι της Οδού Ευνομίας είχε γίνει μούσκεμα από τη μία μεριά, τη μεριά που καθόμουν εγώ. Στη διπλανή είχες κάτσει εσύ, έκλαιγες και με περίμενες να μου μιλήσεις για πρώτη φορά. Δεν ξαναήρθα. Είχα θυμώσει και στους δύο σας.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009

Κρίπολ.

Όχι. Δεν έχω χέρια.

«Και πώς στο διάολο σκαρφαλώνεις καθημερινά» με ρώτησες.

Απλά άνοιξα μια μέρα τα μάτια και βρισκόμουν εδώ πάνω. Μη με ρωτάς πως, μη με ρωτήσεις γιατί, μη με ρωτήσεις γιατί εγώ.

Έκτοτε, έδωσα στην μόνιμα ξερή κορυφή το όνομά μου, και το δέχτηκε, και άρχισε να μυρίζει σαν εμένα, και άρχισα να μυρίζω σαν αυτήν. Θα έβαζα και σημαία, μία εντυπωσιακή, με επιβλητικό στύλο και τα αρχικά μου στο ανέμελο πανί, ως κατακτητής. Αν είχα χέρια, δηλαδή.

Άνοιξα μια μέρα τα μάτια και βρέθηκα εδώ πάνω, μα τώρα τα μανίκια μου αν και άδεια μυρίζουν χώμα και γη και δυνατό μα φρέσκο αεράκι και το έδαφος πλέον μυρίζει ιδρώτα και άσχημη πρωινή αναπνοή, την φθείρω, όσο είμαι εδώ την φθείρω, πρέπει να κατέβω αλλά πως ανέβηκα, γιατί ανέβηκα, απλά έκλεισα τα μάτια και με έφερε εδώ και μύριζε όμορφα. Γιατί όχι, εσύ τι θα έκανες.

Άνοιξα μια μέρα τα μάτια και βρέθηκα εδώ πάνω, πάνω από τα συντρίμμια ενός αρχαίου ναού που δεν έχει χτιστεί για μένα αλλά γκρεμίστηκε για μένα, και θα χόρευα τώρα αλλά δεν έχω χέρια και άμα πατήσω –όντας από γεννησιμιού ατζαμής- κάποιο χαλαρό κομμάτι μάρμαρο, θα γλιστρύσω και θα εγκλωβιστώ και δεν έχω χέρια. Και δεν έχει ψυχή εδώ πάνω, και κανείς δε θα με ακούσει.

Άνοιξα μια μέρα τα μάτια και βρέθηκα εδώ πάνω, και μυρίζω σα μωρό, ξαναγεννήθηκα και αναρριχήθηκα, δεν σκαρφάλωσα, όχι, δεν έχω χέρια, και η σημαία μου είμαι εγώ, και καρφώνομαι με δύναμη στο έδαφος και μένω εκεί να κυματίζω, να κυματίζω και να κοιτάζω γιατί μόνο το κεφάλι μου προεξέχει πλέον, μα το έδαφος μυρίζει όλο και πιο έντονα σάπιο κομμάτι κρέας, και απέχει εκατοστά από τη μύτη μου, και προσπαθώ να την καλύψω και δεν έχω χέρια.

Στο όνομα της βεβιασμένης αναρρίχησης, έκλεισα τα μάτια μου, λίγο πριν το εκτινασσόμενο κάθισμα που αδρανούσε καιρό κάτω από το έδαφος, κάτω από μένα, με βγάλει για τα καλά από την τρύπα μου και με στείλει στα ανώτερα στρώματα. Μύριζα ιδρώτα και χαλασμένη πρωινή αναπνοή και το μόνο που πρόλαβα να δω τη στιγμή που έπεφτα με ιλιγγιώδη ταχύτητα ήταν ένα νεογέννητο αγριόχορτο στην κορυφή.

Κυριακή 28 Ιουνίου 2009

Αλούμπαρδο.

Στο βρώμικο πλατύσκαλο, ακριβώς απέναντι από το υπερπολυτελές οικοδόμημα που θύμιζε το Ταζ Μαχάλ μα δεν ήταν, ο Αντρέας μιλούσε σε μία μανόλια. Όχι δυνατά, δε θα ήθελε να τον ακούσει κανείς και τον θεωρήσει –εσφαλμένα- ψυχικά άρρωστο.

-«Πόσο έτοιμη νιώθεις;»
-«Καθόλ…» και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την έκκλησή της για μία δεύτερη εγκεφαλική του ανασκόπηση τη στιγμή που την άφηνε ποιητικά από τα χέρια του και την παρέδιδε στο μεταμοντέρνο σύνολο όπου και ανήκε και καθώς την παρατηρούσε να απομακρύνεται με όχημά της τον χαλαρό καλοκαιρινό αέρα ο Αντρέας συνειδητοποίησε πως ο αυθορμητισμός και η βιασύνη του δεν του επέτρεψαν να ακούσει ακριβώς την απάντησή της θεωρώντας και ο ίδιος πως θα ήταν ένα απλό «πανέτοιμη» ή «είμαι λίγο αγχωμένη αλλά ας το κάνουμε» ή στην χειρότερη των περιπτώσεων να του έλεγε όντως πως δεν είναι έτοιμη αλλά αυτός να μη βιαζόταν γιατί βιαζόταν βιάστηκε πάντα βιαζόταν ποτέ δεν περίμενε απάντηση καθώς την θεωρούσε δεδομένη και οι φλέβες στο λαιμό του έσφιγγαν όλο και περισσότερο σαν ακριβή δερμάτινη ζώνη που δεν σου αφήνει περιθώρια αναπνοής και σε γεμίζει ροή ζωής πριν στην πάρει για πάντα στην διαπίστωση πως δεν έπρεπε να την παραδώσει ακόμα και σκούπισε το ιδρωμένο του μέτωπο και η ενοχλητική αίσθηση υγρασίας μεταφέρθηκε χαμηλότερα στο κεφάλι του όταν άρχισε να δακρύζει κοιτώντας/ κοιτώντας την ανήμπορος ξεροκέφαλος απογοητευμένος να παίρνει θέση μαζί με τις άλλες να ξαπλώνει και να αναπαύεται ντυμένη με ένα πικρό χαμόγελο σε κάθε πέταλό της στον φτηνό καμβά αφού πέρασε την πύλη και να παραδίδει μία από τις διαστάσεις της στην τέχνη και πλέον να ζει αλλά πριν ζούσε περισσότερο έντονα αν και για λιγότερο

ή μήπως

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

Σχολείο.

Χθες είδα έναν άνθρωπο να αιωρείται. Όχι πολύ, στεκόταν όρθιος με τα χέρια στις τσέπες και χάζευε, δυόμιση μέτρα πάνω από το έδαφος. Έκανα να τον πλησιάσω προσπαθώντας παράλληλα να μη σκοντάψω σε κάποιο από τα εξωτερικά κάγκελα του πάρκου ή σε κάποιον κάδο απορριμάτων –δε μπορούσα προφανώς να πάρω τα μάτια μου από πάνω του καθώς πήγαινα προς το μέρος του.

Χρειάστηκε ένα μικρό αλματάκι ώστε να αγγίξω την άκρη του αθλητικού του παπουτσιού και μια μικρή, σχεδόν ψιθυριστή έκκληση για σημασία ώστε να του τραβήξω την προσοχή. Μικρά πράγματα. Αυτός βαριεστημένα και αδιάφορα χαμήλωσε το βλέμμα του και μόλις συνειδητοποίησε ότι βρίσκομαι στο πεζοδρόμιο από κάτω του μου χαμογέλασε και μου ζήτησε συγγνώμη που δε με είχε δει.

«Συγγνώμη για την ενόχληση μία τόσο όμορφη μέρα, απλά να , ήθελα να σε ρωτήσω πως το κάνεις αυτό ακριβώς.»

Βλέπετε, εγώ και όσοι άλλοι έχουμε τολμήσει να συζητήσουμε κάτι τόσο προσωπικό, συμφωνήσαμε πως το να πετάς δε μπορεί παρά να είναι κάτι ανεξέλεγκτο και τρομακτικό. Τα όνειρά μας, μας είχαν διδάξει πως το να πετάς είτε είναι κάτι που γίνεται μόνο σε μεγάλες ταχύτητες –οπότε και κινδυνεύεις να σκοτώσεις άθελά σου κανέναν άτυχο που πιθανό να βρεθεί στο διάβα σου- είτε κάτι το οποίο δοκιμάζεις σε ταράτσες καζίνο και καταλήγεις να σπας τα μούτρα σου και να ξυπνάς ιδρωμένος. Πώς κατάφερνε αυτός ο διάολος που στεκόταν από πάνω μου να στέκεται εκεί σα να μην τρέχει τίποτα και να αγναντεύει, ιδέα δεν είχα. Ένιωσα μια τεράστια επιθυμία λοιπόν να τον ρωτήσω.

«Ποιο κάνω;»
«Ε, το να αιωρείσαι. Όσοι γνωστοί μου έχουν τέτοιες τάσεις, συμπεριλαμβανομένου κι εμού του ιδίου, φοβούνται πως θα καταλήξουν κόκκοι άμμου είτε από την ιλιγγιώδη ταχύτητα είτε από κάποια –τι παράξενο- πτώση από ψηλά. Το έχουν συμπεράνει από τα όνειρά τους. Εσύ λοιπόν, πώς τα κατάφερες;»

Κατέβηκε αργά αργά στο ύψος του πεζοδρομίου οπλισμένος με το πιο αμφιλεγόμενο χαμόγελο που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.

«Απλά σταμάτησα να ονειρεύομαι» μου είπε βαρετά κοιτώντας το ρολόι του και αφού έχωσε ξανά τα χέρια στις τσέπες, άρχισε να περπατάει ώσπου χάθηκε μέσα στο πάρκο.

Ευτυχία.

Σήμερα την πήρα τηλέφωνο, να δω τι κάνει, δεν το σήκωσε.

Προχθές την είδα να βοηθάει τη μικρή να μάθει κούνια. Πρωί, κοίταζε αγχωμένη το τηλέφωνό της και επαναλάμβανε ότι ΄φτάνει, θα ξαναέρθουμε αύριο΄.

Πέρυσι με είδε να την παρακολουθώ. Είμαι σίγουρος πως με είδε, γιατί τον φιλούσε χαϊδεύοντας το χέρι του και άνοιξε τα μάτια και στεκόμουν απέναντι. Νομίζω πως μου έριξε ένα ακόμα νοσταλγικό βλέμμα προτού μπουν χέρι-χέρι σε κάποιο ζαχαροπλαστείο. Της έκανα νόημα πως θα της τηλεφωνήσω. Δεν το έκανα για ένα χρόνο.

Πριν 6 χρόνια, τέτοια εποχή, ίσως και τέτοια μέρα –ελπίζω τέτοια μέρα, δες την ημερομηνία, μπα- ξαπλωμένος στο κατάστρωμα, ιστιοφόρο στη μέση του πουθενά, τα μάγουλά της κόκκινα σαν το κρασί , ήταν το κρασί, λευκό φόρεμα, λευκά πανιά, στα μάτια μου ένα, ένα που σχημάτιζε τρελούς μεθυσμένους χορούς σαν το δικό της -‘έλα να χορέψουμε΄- κάνω να την πλησιάσω, ξεφεύγει, γέλιο/κρασί/της πέφτει/κάνουμε έρωτα στο κατάστρωμα. Της είπα πως νιώθω ότι αυτό θα τελειώσει, μα δεν πρέπει να το ξεχάσουμε.

Νέοι σε παγκάκι στο σταθμό Saint Charles, τα πόδια της επάνω στα δικά μου, της τρίβω τους αστράγαλους και της φιλάω τα δάχτυλα που μυρίζουν μανώ, με κοιτάζει εξουθενωμένη και όμορφη σαν τη Μασσαλία, τα λευκά πλεκτά της γάντια και το κασκόλ ακουμπισμένα πάνω στο παντελόνι της, το παλτό της μυρίζει σαν αυτή, της το είπα, χαμογέλασε και μου είπε κάτι για κοινοτυπίες, τη φίλησα. Με αγκάλιασε σφιχτά και δάκρυσε από συγκίνηση όταν της είπα πως μας φαντάζομαι πεσμένους στο κατάστρωμα κάποιου ιστιοφόρου σταματημένου στη μέση του πουθενά, να πίνουμε κρασί και να κάνουμε έρωτα ώσπου να πέσουμε και οι δύο ξεροί. Της έβγαλα τις μπαλαρίνες από τα πόδια και της έτριψα τα δάχτυλα.

Σε λίγα χρόνια, τέτοια εποχή, θα βρισκόμαστε ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα σε ένα ιστιοφόρο στη μέση του πουθενά, τα μάγουλά της θα είναι κόκκινα από το κρασί, κόκκινα σαν το κρασί, το φόρεμά της θα είναι λευκό σαν τα πανιά και τα σύννεφα, θα χορεύει μαζί τους μεθυσμένη και ερωτευμένη –ερωτευμένη μαζί μου- και θα μου ζητάει να χορέψουμε και θα με ξεγελάει, και θα την ρίχνω κάτω στο κυνηγητό και θα κάνουμε έρωτα, ενώ θα σκέφτομαι με πικρία πως λογικά, κάποτε θα τελειώσει.

Σε λίγα χρόνια, τέτοια εποχή, θα με δει, και θα είμαι σίγουρος πως θα με δει και θα με αναγνωρίσει, γιατί θα στέκομαι κοντά της, και όταν θα φιλάει κάποιον άλλο λίγο πριν πάνε να φάνε κάτι να τους τονώσει μετά τον πρωινό περίπατο θα τολμήσω να της δώσω σημάδι πως θα επικοινωνήσω, πως θα είμαι εκεί για αυτήν, πως είμαι ακόμα δικός της.

Σε λίγα χρόνια από τώρα, τέτοια εποχή, θα πηγαίνει την κόρη της στο πάρκο και θα είναι ευτυχισμένη, έχοντας όμως στην άκρη του μυαλού της μια ενοχλητική και σαδιστική ελπίδα πως μπορεί να πάρω. Και δε θα πάρω τότε. Θα πάρω όταν θα γνωρίζω πως δε θα μπορεί, καθώς δε θα έχω τι να της πω. Θα δει αργότερα ότι πήρα, θα κλάψει, δε θα πάρει ποτέ, καθώς δε θα έχει τι να μου πει.

Σήμερα την πήρα τηλέφωνο, να δω τι κάνει, δεν το σήκωσε.

Αύριο φεύγω.

Μασώντας.

Βούτηξα, κράτησα την αναπνοή μου, την κράτησα λίγο ακόμα, αναδύθηκα. Τα δυο μου χέρια σφιχτά γαντζωμένα στο βρώμικο μάρμαρο, το υγρό πρόσωπό μου σε απόσταση αναπνοής από το θολό καθρέφτη. Βαθιά ανάσα. Επαναφέρω την ασταθή αναπνοή μου στον ρυθμό της. Τον έλεγχο του τρελού ρυθμού των ζωτικών οργάνων μου ακολούθησε ένα σύντομο αίσθημα αυτοπεποίθησης το οποίο όμως, δεν κατάφερε σε καμμία περίπτωση να καλύψει τον πανικό μου. Τέλος πάντων, καλημέρα.

Η αροκάρια σήμερα κλείνει τα 7 της χρόνια. Δεσπόζει στο κέντρο του σαλονιού και με καλημερίζει, με κοιτάζει, της διαβάζω, από τότε που γεννήθηκε. Ριζωμένη κτητικά και περήφανα, η επιβλητική μου πριγκίπισσα έχει δείξει όλα αυτά τα χρόνια να χαίρει της θαλπωρής και της φροντίδας μου, ανθίζοντας και ψηλώνοντας βολεμένη στο χώμα που από πάντα κάλυπτε το πάτωμά μου. Φροντίδα τόσο μεγάλη, που δεν έχει αρρωστήσει παρά μόνο φέτος, όταν και το φύλλωμά της άρχισε να υποχωρεί και τη θέση του να παίρνουν μικρές θηλιές. Μέρα με τη μέρα, μια θηλιά τυχαίου μεγέθους έκανε την εμφάνισή της στην άκρη του αντίστοιχου ορφανού, ξεγυμνωμένου πλέον κλαδιού.

Τις πρώτες μέρες απλά το αγνόησα, θεωρώντας πως τα μάτια μου απλά παίζουν παιχνίδια. Στη συνέχεια, και καθώς η Αρρώστια συνέχιζε να εξαπλώνεται, πανικοβλήθηκα. Τον τελευταίο χρόνο δεν έχω σταματήσει να έχω εφιάλτες που περιλαμβάνουν από έναν κλώνο μου κρεμασμένο επάνω σε κάθε ένα από τα γεμάτα θάνατο χέρια της, συνήθως ζωντανό ακόμα, να χτυπάει νευρικά τα πόδια του και να εκκρίνει τα τελευταία του υγρά από το στόμα και τη μύτη, τα μάτια γεμάτα αίμα. Και τότε είναι που πετάγομαι ξύπνιος, μοναχά για να διαπιστώσω πως ούτε όταν είμαι σε εγρήγορση και διακατέχομαι από νηφαλιότητα τα πράγματα βρίσκονται σε καλό δρόμο.

Κατευθύνθηκα αργά και επιφυλακτικά προς το σαλόνι, την είδα το ίδιο ψηλή και περήφανη όπως κάθε άλλο πρωί, και εισχώρησα στο βασίλειό της περνώντας πάνω από τον ξύλινο προστατευτικό φράχτη που της είχα χτίσει στα πρώτα της γενέθλια, όντας υπερβολικά αθώος τότε, ώστε να μπορώ να προβλέψω μια τέτοια πραξικοπιματική πράξη αχαριστίας. Ένα ελαφρύ αεράκι που προϋπήρχε –μα τώρα ήμουν πιο κοντά και μπορούσα να το προσέξω- έκανε τις θηλιές να παίξουν απειλητικά προς το μέρος μου, σαν ένα τσούρμο από σιωπηλές ονειροπαγίδες που με χαϊδεύουν με τα πούπουλά τους. Ανατρίχιασα και έκανα ένα μικρό βήμα προς τα πίσω, νιώθοντας να πατάω επάνω σε κάτι. Σηκώνοντας το πόδι μου, είδα ένα στραβό ασημένιο κουτάλι το οποίο χρησιμοποιούσα κάθε βράδυ για να σκάβω το χώμα μπροστά από τα υπνωτισμένα πόδια της, προσπαθώντας να αντικρύσω τις ρίζες της, μία εμμονή μου την οποία απέδιδα στην αφοσίωση και την τυφλή αγάπη μου προς το φυτό.

Πήρα το κουτάλι στα χέρια μου, ξαναπλησίασα, και χάιδεψα δειλά αλλά με ειλικρίνεια τα ελάχιστα εναπομείναντα φυλλώδη κλαδιά της , ώσπου ξαφνικά, έντρομος συνειδητοποίησα τι σήμαινε όλο αυτό. Με έπιασα να στέκομαι κοκκαλωμένος προ της ανακάλυψής μου, διαπιστώνοντας για πρώτη φορά την ύπαρξη μιας βουβής έκκλησης καθώς και μιας απόκοσμης απειλής που προέρχονταν από το δέντρο μου.

Στο άκουσμα των γρήγορων βημάτων και των φωνών που πλησίαζαν απ’ έξω, αποφάσισα να δράσω γρήγορα. Έπρεπε να αφήσω ελεύθερο το δέντρο που μεγάλωνα τόσο καιρό μέσα μου. Και πλέον είχε μείνει ένα τελευταίο πράσινο κλαδί. Αναπνέοντας πάλι γρήγορα και άρρυθμα, έφερα τα νύχια μου στον καρπό μου και ουρλιάζοντας –ενώ τα βήματα πλησίαζαν- έσκισα ένα μικρό κομμάτι σάρκας. Εν μέσω κραυγών –που πλέον είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον όροφο- και δακρύων, πραγματοποίησα την ανταλλαγή. Η αροκάρια άνοιξε με προσδοκία το στόμα της και αποδέχθηκε την προσφορά μου ανέκφραστη, τη στιγμή που έκανα να κινήσω προς το τελευταίο κλαδί της ψελλίζοντας τρεμάμενα και ασύνδετα λόγια ευχαριστίας και κλαίγοντας από συγκίνηση. Από κάτω του βρισκόταν το σημείο το οποίο είχα σκάψει περισσότερο από κάθε άλλο στις βραδινές μου αποστολές. Τη στιγμή όμως που ύψωσα το κεφάλι για ένα τελευταίο ευχαριστώ, το ξαναχαμήλωσα αμέσως μπροστά στη θέα της ήττας μου, αντικρύζοντας μία ακόμα θηλιά, στη θέση του τελευταίου φύλλου. Από εκεί δραπέτευσα.

«Σκασμός εκεί στα κελιά! Τι έχουμε εδώ;»
«Αυτοκτονία…»
«Μάλιστα. Πρωτοτυπία. Κατεβάστε τον από εκεί κάτω πριν αρχίσει να βρωμοκοπάει.»
«Εεεε, και… αυτό;»
«Χαχ, κοίτα να δεις. Το έσκαβε 7 χρόνια ο μπάσταρδος, αλλά δεν του δίναμε σημασία.»


Το πτώμα μεταφέρθηκε, το τούνελ σφραγίστηκε και το σκοτάδι αγκάλιασε ξανά το μέχρι πρότινος άδειο από ζωή δωμάτιο.