Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Αλούμπαρδο.

Στο βρώμικο πλατύσκαλο, ακριβώς απέναντι από το υπερπολυτελές οικοδόμημα που θύμιζε το Ταζ Μαχάλ μα δεν ήταν, ο Αντρέας μιλούσε σε μία μανόλια. Όχι δυνατά, δε θα ήθελε να τον ακούσει κανείς και τον θεωρήσει –εσφαλμένα- ψυχικά άρρωστο.

-«Πόσο έτοιμη νιώθεις;»
-«Καθόλ…» και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την έκκλησή της για μία δεύτερη εγκεφαλική του ανασκόπηση τη στιγμή που την άφηνε ποιητικά από τα χέρια του και την παρέδιδε στο μεταμοντέρνο σύνολο όπου και ανήκε και καθώς την παρατηρούσε να απομακρύνεται με όχημά της τον χαλαρό καλοκαιρινό αέρα ο Αντρέας συνειδητοποίησε πως ο αυθορμητισμός και η βιασύνη του δεν του επέτρεψαν να ακούσει ακριβώς την απάντησή της θεωρώντας και ο ίδιος πως θα ήταν ένα απλό «πανέτοιμη» ή «είμαι λίγο αγχωμένη αλλά ας το κάνουμε» ή στην χειρότερη των περιπτώσεων να του έλεγε όντως πως δεν είναι έτοιμη αλλά αυτός να μη βιαζόταν γιατί βιαζόταν βιάστηκε πάντα βιαζόταν ποτέ δεν περίμενε απάντηση καθώς την θεωρούσε δεδομένη και οι φλέβες στο λαιμό του έσφιγγαν όλο και περισσότερο σαν ακριβή δερμάτινη ζώνη που δεν σου αφήνει περιθώρια αναπνοής και σε γεμίζει ροή ζωής πριν στην πάρει για πάντα στην διαπίστωση πως δεν έπρεπε να την παραδώσει ακόμα και σκούπισε το ιδρωμένο του μέτωπο και η ενοχλητική αίσθηση υγρασίας μεταφέρθηκε χαμηλότερα στο κεφάλι του όταν άρχισε να δακρύζει κοιτώντας/ κοιτώντας την ανήμπορος ξεροκέφαλος απογοητευμένος να παίρνει θέση μαζί με τις άλλες να ξαπλώνει και να αναπαύεται ντυμένη με ένα πικρό χαμόγελο σε κάθε πέταλό της στον φτηνό καμβά αφού πέρασε την πύλη και να παραδίδει μία από τις διαστάσεις της στην τέχνη και πλέον να ζει αλλά πριν ζούσε περισσότερο έντονα αν και για λιγότερο

ή μήπως