Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008

Χριστούγεννα 2008

Δεν ήξερα ότι γίνεται να βρέξει τόσο. Όταν στο μυαλό σου βάζεις μια έννοια του τύπου ‘τρελή βροχή’, αυτό πάει –ανάλογα βέβαια και με το τι κουμάσι είσαι- σε ένα πράγμα οριοθετημένο και περιφραγμένο από νοητά σύνορα. Για κάποιον, τρελή βροχή μπορεί να είναι η δυνατή και απότομη βροχή που σε συνδυασμό με τη συνεισφορά των ανέμων μπαίνει στα μάτια σου χωρίς να την έχεις ποτέ προσκαλέσει εκεί. Για κάποιον άλλο, μπορεί να είναι η βροχή αυτή που είναι απλά πολλή. Νερό παντού, γούβες, λακούβες, σβησμένα αυτοκίνητα στην άκρη του δρόμου και γκρινιάρηδες άνθρωποι. Ε, η σημερινή βροχή ήταν τρελή. Οι σταγόνες επιτίθεντο σε όλο μου το σώμα σαν ανθρώπινα δάχτυλα που συμμετέχουν στη διεξαγωγή τουρνουά ‘μπιζζζζζζ’ – χωρίς τους ανόητους ήχους. Αν και όλα τα περίμενα. Είπαμε, τρέλα.

Με το μυαλό μου να έχει μείνει σε διαλόγους του στυλ ‘δε γίνεται να ξαναέρθουμε σε αυτό το μπαρ, θα το συνηθίσουμε και θα μας χαλάσει / ε, σιγά ρε μαλάκα, ο άλλος συνήθισε την απώλεια και έγινε χιτ’ , το παλτό μου να έχει αρχίσει να λιώνει από τη νεροποντή, και το κασκόλ μου να βρίσκεται το μισό στα δόντια μου και το άλλο μισό στα δόντια –ποια δόντια, δεν έχει άλλα/α, τα φαντάστηκα- επέστρεφα προς το σπίτι για να εκτελέσω το πείραμα που μου κατέτρωγε το μυαλό ολόκληρη τη νύχτα. Για πεζοδρόμιο επάνω στην εθνική οδό –όπου και κατοικώ- ούτε λόγος, άρα προσπαθούσα με ελιγμούς να αποφύγω από τη μία τα αυτοκίνητα που στις 5 το πρωί δεν είναι άξια εμπιστοσύνης, και από την άλλη τη ζαλάδα μου ώστε να μην καταλήξω στο διπλανό οικόπεδο που ήταν 5 μέτρα πιο χαμηλά από το δρόμο και δεν είχε είσοδο και έξοδο (το άλμα/αναρρίχηση αντίστοιχα, δεν τα ελάμβανα υπ’όψιν ως επιλογές, και τι να κάνω κει κάτω άλλωστε.) Στριμόκωλη κατάσταση. Το αυτοκίνητο που σταμάτησε μπροστά μου τέτοια ώρα για καλό δε θα ήταν, αλλά όταν στις 5 το πρωί βρίσκεσαι σε παραλιακή κοινότητα της Αχαίας και ο οδηγός σε ρωτάει ‘Από Πού Για Πύργκο Ηλία;’ , το ηθικό αναπτερώνεται. Του έδειξα το λάθος δρόμο, τράβηξα μια τζούρα που μου χαμογέλασε όντας ενθουσιασμένη με το συμβάν, της έκλεισα το μάτι και ένιωσα έτοιμος.

Με μια κασσέτα που περιέχει 11 ένδοξα – και 12 άδοξα- τραγούδια του Αργύρης Μπακιρτζής για μπακράουντ, και αφού είχα πρωτίστως κλειδαμπαρωθεί μέσα στο κατάφύγιο μου (και για απόψε εργαστήριο), χωρίς να αφαιρέσω ούτε κλωστή από πάνω μου, κατευθύνθηκα προς το ψυγείο. Εξαπολύοντας κατάρες προς το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα φωτάκια που το περιτριγύριζαν παίζοντας χαρωπές και ξεβιδωμένες - λόγω έλλειψης μπαταρίας – μελωδίες, αποφάσισα να αφήσω στο ράφι του το συμπυκνωμένο, κονσερβαρισμένο γάλα και αντ’ αυτού να χρησιμοποιήσω το φρέσκο άπαχο με την τρισευτυχισμένη από το τόσο άρμεγμα αγελάδα στο χαρτονένιο κουτί*. Το ακούμπησα στο ωοειδές πάσο που περήφανα είχε σκαλίσει ο κυρ-Αντώνης ο Μάστορας, αντικαθιστώντας με το κουτί το ενυδρείο μου το οποίο ένα μάτσο ψάρια κάθε λογής και ράτσας χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριο και κοιτώντας με από κει μέσα νόμιζαν πως κάτι έκαναν. Αμ δε. Μικρό αλλά βαρύ καθώς ήταν, αποφάσισα να το αδειάσω ώστε να γίνει πιο εύκολη η μεταφορά του. Α, ναι, το σχέδιο ήταν να το βγάλω στο δρόμο για αρχή, και ό,τι ήθελε προκύψει από κει και πέρα. Όχι τίποτα άλλο, αλλά εκεί που μιλούσαμε πριν κάποιες ώρες για την Παρισινή Κομμούνα, ξαφνικά ο Αντώνης σήκωσε το κεφάλι του (κάτι που είχε να κάνει μέρες ολόκληρες) και ισχυρίστηκε πως το συγκεκριμένο κοσμοϊστορικό κίνημα δεν ήταν παρά ένα μέρος ή το τέλος της αλυσίδας του Φαινομένου της Πεταλούδας. Τι λες ρε μεγάλε. Και εξελίχθηκε όλο αυτό σε έναν τεράστιο καυγά, ο οποίος έληξε με υποσχέσεις/απειλές (όπως το βλέπει κανείς, κοινωνικοί ρατσιστές ποτέ δεν ήμασταν και ποτέ δε θα γίνουμε) για ολονύκτιο πρωκτικό έρωτα και άλλα τέτοια φαιδρά. Α, και ένα στοίχημα των 1,000 ευρώ για να του αποδείξω πως όλα αυτά είναι μπούρδες. Και βιαζόμουν να το κάνω.

Καθώς αναρωτιόμουν αν τα ψάρια μου - τα οποία αυτή τη στιγμή χαροπάλευαν και αν είχαν λαλιά θα με ικέτευαν βρίζοντας - μπορούν να πιουν γάλα, ή το αν η γάτα μου την οποία είχα ξυπνήσει πριν κάτι δευτερόλεπτα και είχα πάρει μαζί μου από την ουρά, άντεχε τη νεροποντή, τοποθέτησα στη μέση του έρημου – για την ώρα – δρόμου το ενυδρείο μου, και άδειασα το γάλα μέσα από τη χαραμάδα που είχα καλύψει με χαρτί υγείας ώστε να μην εισχωρεί η βροχή. Τα ψάρια μάλλον έζησαν, λες και έβλεπα; Αφού τελείωσε το γάλα και απογοητεύτηκα που δε σκέφτηκα να πάρω περισσότερο αφού δε γέμισε το ενυδρείο, άφησα την ουρά της γάτας και άνοιξα το καπάκι/οροφή του ενυδρείου. Το τι έγινε δε μπορείτε να φανταστείτε. Άναψα τσιγάρο μέσα από το παλτό μου και παραμέρισα ώστε να μπορώ να παρακολουθήσω. Γυαλιά παντού, πτώματα υδρόβιων πλασμάτων, αίματα κατοικιδίων, φώτα αυτοκινήτου, ουρλιαχτό καθωσπρέπει κυρίας που γύριζε από καθωσπρέπει μαγαζί της καθωσπρέπει πόλης με καθώσδενπρέπει νεαρό μεθυσμένο κύριο, φρενάρισμα, γλύστριμα, κορναρίσματα χωρίς λόγο, γούνες στον αέρα, παπούτσια στον αέρα, πτώματα στον αέρα, θείτσα στο παράθυρο με το στόμα της να σχηματίζει τον Τέλειο Κύκλο, τσιγάρο στο στόμα μου, βροχή στο παρμπρίζ, παρμπρίζ στο χωράφι, χωράφι στις φλόγες, φλόγες στον ορίζοντα, ορίζοντας να έχει πεθάνει στα γέλια, εγώ να έχω καραφλιάσει και να σκέφτομαι πως σιγά τα ωά, ούτε μισή εξέγερση και τι να αγοράσω με 1,000 ευρώ, άντε γαμηθείτε όλοι σας, πάω σπίτι να ακούσω Μπακιρτζή.

"η αιτία είναι μόνο μια, Θανάση μου
η αντικαθαριότης"




---------------------------


*ένδειξη οικολογικής συνείδησης και υπαινιγμός με μια τζούρα από δριμύ κατηγορώ για τα βασανιστήρια και την κτηνωδία** που υφίστανται τα ζωάκια τα άκακα. Άπαπα.

**αυτό στη σχολή μας μας είπαν πως είναι pun. Τους πίστεψα.

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Έχω δίπλα μου όσα είναι απαραίτητα για το τελετουργικό.

Έχω δίπλα μου όσα είναι απαραίτητα για το τελετουργικό. Και περιμένω. Περιμένω. Και όχι για πολύ ακόμα. Και όχι άδικα.

Απόψε έχουμε βάπτιση. 

Βαπτίζεται εις το όνομα των όσων προσάπτει στον πλησίον του. Εις το όνομα της απάθειας. Έχει δίκιο. Ως τώρα υπέμενα και επέμενα μονάχα να λαμβάνω. Και να το επαναλαμβάνω. Αυτή τη στιγμή μεταλαμβάνω. Ήρθε ο καιρός να μάθω να μάθω και εγώ πώς να ορθοποδήσω. Και μάλιστα, θα το πάω ένα βήμα παραπέρα. Αν το πλάνο λέει να ορθοποδήσω, εγώ θα φροντίσω να αναληφθώ. 

Βαπτίζεται εις το όνομα της πλήρους, εσκεμμένης έλλειψης κατανόησης. Στο όνομα της αδιαφορίας και του εγωκεντρισμού. Το ενδιαφέρον μου από εδώ και στο εξής το μόνο που θα κάνει θα είναι να εγωκεντρίζεται. Καληνύχτα θύμα, καλημέρα θύτη.

Βαπτίζεται εις το όνομα της πλασματικής υποδούλωσης του Εγώ του, με απώτερο σκοπό τη μετέπειτα πέρα ως πέρα αληθινή υποδούλωση τους Εσείς σας.

Σκυμμένο κεφάλι, κομμένη τούφα μαλλιών μπροστά στον καθρέφτη, αθώο, αγγελικό, αναγεννημένο βλέμμα. Το κοίταξα στα μάτια. Ο καθρέφτης φάνηκε να το λυπήθηκε. Εγώ χαμογέλασα ντροπιασμένος. Το μπουκάλι με το μπέρμπον ήταν ανοιχτό, και ήταν καλή στιγμή να με περιλούσω με αυτό. Δεν έβγαλα τα ρούχα μου. Τα έσκισα, τα διέλυσα, τα έβρισα. 

Βαπτίζεται εις το όνομά μου, σου χαρίζω το όνομά μου, σου χαρίζω εμένα. Στο εξής θα μιλάμε ταυτόχρονα, θα πράττουμε ταυτόχρονα, θα χαμογελάμε ταυτόχρονα, δε θα κλαίμε ταυτόχρονα. Δε θα κλαίμε ποτέ. 

Το αλκοόλ χρειαζόταν. Γυμνός, λούστηκα. 

-Αποτάσσεσαι; Αποτάσσομαι. – Τι αποτάσσεσαι; Αποτ…

 Η μορφή στον καθρέφτη γέλασε υστερικά που με είδε σκεπτικό και τρεμάμενο. Εγώ γιατί δε γελούσα; Κοίταξα πίσω, εκεί που μου έδειξε. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω τι σχεδίαζε. Ο αναπτήρας βρισκόταν στα δυο μου βήματα, αν προλάβαινα να τον πιάσω αυτοκτονούσα, αν προλάβαινε αυτός με δολοφονούσε. Σκόνταψα στην προσπάθεια να τον προφτάσω, μα το έκανα. Με βλέμμα νικητή στράφηκα προς το μέρος του, όντας ακόμη πεσμένος στο πάτωμα, και με τρόμο διαπίστωσα πως στεκόταν ακόμα εκεί. 

Η ζωή μπροστά απ’ τα μάτια μου. Απ’τα μάτια του. Ήταν άψυχος μα πιο ζωντανά από τα δικά μου. Διάλεξε γρήγορα. 

-----------------------------------------------------------------------------------------------

Τη στιγμή που το δωμάτιο τυλιγόταν στις φλόγες, βρισκόμουν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Με βιαστικό αλλά προσεκτικό βήμα απομακρύνθηκα από το τετράγωνο. Χαμήλωσα τα μαύρα γυαλιά μου, έσφιξα τη γραβάτα και χαμογέλασα προς αυτούς που έτρεχαν να δουν τι έχει συμβεί. Δε με πρόσεξαν, τους πρόσεξα εγώ. Τους κάλεσα εγώ. Ψυχή ήθελαν, ψυχή θα βρουν.Αλλά όχι εδώ. Οι ψυχές είναι μέσα και παίζουν με τη φωτιά απόψε.

----------------------------------------------------------------------------------------------

Υποδέχθηκα τις φλόγες με σκυμμένο κεφάλι. Όπως είχα διδαχθεί να κάνω - και το έκανα καλά. Από μια άποψη, τόση ζεστασιά είχα καιρό να νιώσω. Και παρατηρώ πως υπό άλλες συνθήκες δε θα κατάφερνα να ξεχωρίσω αν ο ήχος από τις καμπάνες ήταν χαρμόσυνος ή πένθιμος. Πάει καιρός που τα βλέπω όλα διττά, και θα ήταν δύσκολο να καταλήξω κάπου ούτως ή άλλως. Αυτή τη φορά όμως είμαι βέβαιος πως ήταν πένθιμες. Αλλά δε χτυπούσαν για μένα.


Μπομπονιέρα; 

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Πριν πέσεις για ύπνο.

Όχι πάντα, σίγουρα όχι πάντα. Απλά αν με ρωτήσεις είτε πως ξόδεψα τη ζωή μου, είτε κάτι παρόμοιο από αυτά τα υπαρξιακά που σου αρέσουν, θα σου απαντούσα πως έκανα συνεχώς το ίδιο πράγμα. Μόνο αυτό με ενδιέφερε άλλωστε. Μία μόνο, και συνεχώς η ίδια δραστηριότητα. Το να καταστρώνω σχέδιο για το πώς θα πιάσω τη βροχή. Όχι, λάθος κατάλαβες. Δεν εννοώ πως περίμενα να αρχίσει να βρέχει για να ξεχυθώ στο δρόμο και να τρέξω ή να τραγουδήσω ή οτιδήποτε άλλο χαριτωμένο τέτοιου είδους. Προς θεού, σε τέτοια περίπτωση θα μιλούσαμε για κάτι απόλυτα φυσιολογικό και δε θα χρειαζόταν καν να μπω στη διαδικασία να σου εξιστορήσω τι συνέβη απόψε. 

Για να καταλάβεις, δε μπορώ να αντιληφθώ τη βροχή ως φυσικό φαινόμενο. Αυτά είναι για εσάς τους επιστήμονες, τους λογικούς, όχι για εμένα. Ούτε φυσικά ως θεότητα όπως θα βιαζόσουν να διορθώσεις, κάθε άλλο. Είχα τοποθετήσει στο μυαλό μου τη συλλογή τούτη από στάλες, στο ίδιο ράφι που είχα τοποθετήσει και τα άλλα Μεγάλα Μυστήρια, όπως το χρόνο για παράδειγμα. Πες με αφελή, αλλά μόνο ως κάτι τέτοιο μπορώ να το αντιληφθώ. Πρόβλημά μου.

Απόψε λοιπόν, φάνηκε από νωρίς πως θα έβρεχε. Και το είχα πάρει απόφαση. Θα την έπιανα την πουτάνα. Θα την έπιανα τόσο σφιχτά, θα την έκανα δεμάτι και θα την έπαιρνα μαζί μου στο σπίτι. Θα γινόμουν ένα μαζί της, ή αυτή ένα μαζί μου. Δεν άντεχα να περάσει άλλη μία μέρα με κατάστρωση σχεδίων, αυτό το έκανα εδώ και επτά χρόνια και ειλικρινά μου είχε ρουφήξει όση ενέργεια είχα. Είχε έρθει η ώρα για δράση, είχε έρθει η ώρα να μάθω τι κρύβει επιτέλους. Και θα ήταν η πρώτη φορά που θα έβγαινα έξω, ανοιχτά απέναντι στον εχθρό. Ένας προς έναν. Ως αρμόζει.

Η Λίζα δε με αγκάλιασε μόνο, πραγματικά παραλίγο να με πνίξει. Ειλικρινά τόσο πάθος δεν είχα αισθανθεί ποτέ πριν από την καλή μου. Ίσως επειδή ήξερε ότι ήταν η τελευταία μας φορά; Ζέστη. Σωστά, δάκρυα. Πολλά και ζεστά. Τα πήρα όλα επάνω μου μέχρι να στεγνώσουν και να περιμένω τα επόμενα. Μία μικρή δόση υγρασίας πριν τη μεγάλη μου αποστολή υπό τη νεροποντή. Δεν ήθελα να βάλει τα κλάματα από τη μία, αλλά θαρρώ πως πέρα από αυτό, το αντιμετώπισε πολύ ώριμα και με ειλικρίνεια, παρά τα 9 της χρόνια. Ούτως ή άλλως, θα μου πεις, ήμουν από αυτούς που πάντα πίστευαν πως όσο πιο μικροί οι άνθρωποι, τόσο καλύτεροι. Δεν προσπαθώ να το παίξω Χριστιανός ή κάτι τώρα, απλά καταλαβαίνεις πως το λέω. Απλά, μόνο τη Λίζα ήθελα. Για όλη μου τη ζωή. Αυτή έδειχνε να έχει αποφασίσει πως αν και καταλαβαίνει, την πλήγωσαν οι εμμονές μου και ήταν ώρα να με αφήσει να φύγω. Δε μπορώ να την κατηγορήσω. Τι να κάνεις, κωλοζωή.

Ο πρώτος κρότος από ψηλά ειλικρινά έκανε την καρδιά μου να χοροπηδάει σαν τρελή. Ήξερα ότι έρχεται η ώρα και ένιωσα σαν κατάδικος που του ανοίγουν την πόρτα του κελιού, χωρίς να ξέρει αν θα του ανακοινώσουν πως κάποιο γραφειοκρατικό λάθος έγινε, ή πως θα πρέπει να αρχίσει να συσσωρεύει τις τελευταίες σταγόνες κουράγιου πριν την εκτέλεση. Αν κάπνιζα, σίγουρα θα τέλειωνα ένα πακέτο αυτή τη στιγμή. 

Και τότε άρχισε. Ο ενθουσιασμός μου λίγο πριν το επικείμενο ντεμπούτο μου εκεί έξω μονομαχούσε με το αίσθημα πανικού που με είχε περιλούσει. Και αν δεν τα κατάφερνα; Αν μου ξέφευγε; Αν με παγίδευε; Πώς μπορείς να εμπιστευτείς κάτι τόσο ρευστό; Μια σταγόνα (γιατί περί μίας πρόκειται, δεν αμφιβάλλω) που φροντίζει να κάνει την εμφάνισή της μαζί με δισεκατομμύρια κλώνους της και μετά να αποφασίζει ότι βαρέθηκε; Καιρό τώρα είχα μελετήσει πως ίσως θα χρειαζόταν να επιστρατεύσω όλη μου την προσοχή και να επικεντρωθώ στο κυνήγι αυτής της Μίας Σταγόνας, αυτής που τα προκαλεί όλα. Τύχη και καλός συγχρονισμός. Δεν ξέρω καν αν τα έχω. Α, και ελπίδα. Από αυτό πολύ. 

Εκείνες τις στιγμές ήμουν βέβαιος πως θα πάθω ασφυξία. Η Λίζα χωρίς να έχει σταματήσει στιγμή να κλαίει με λυγμούς, με έσφιξε με απίστευτη δύναμη επάνω της. Ξαφνικά με άφησε και κατευθύνθηκε προς τη μπαλκονόπορτα για να κοιτάξει έξω. Συγκινητική σκηνή, σαν από ταινία. Με το που πλησίασε και καθρεφτίστηκαν τα μουσκεμένα από το κλάμα μάγουλά της στο τζάμι, σαν να το ήξερε, η βροχή άρχισε να πέφτει με καταστροφική μανία. Η Λίζα ήταν πια βέβαιη ότι έπρεπε να με αφήσει να δώσω τον αγώνα μου, να την κυνηγήσω. Δεν θα δεχόταν κουβέντα πια για τις πλεονεξίες μου, και είναι αλήθεια πως τις ήθελα και τις δύο εξίσου. Αλλά είπαμε, δε μπορείς να τα έχεις όλα. Σήκωσε το ψαλίδι όσο πιο ψηλά γίνεται, κρατώντας το σφιχτά στα χέρια της, κλαίγοντας, τρέμοντας. Ένιωσα να το κατεβάζει με μια δειλή μανία επάνω μου, και με πέταξε στο δρόμο. Είμαι βέβαιος πως η μπαλκονόπορτα έκλεισε πολύ γρήγορα, ίσως και μετά από δύο δευτερόλεπτα. 

Πολύ θα ήθελα να είχα μάτια ώστε να μπορέσω να παρακολουθήσω το όλο σκηνικό. Μάλλον ωραίο θα ήταν. Οι σταγόνες αντιλήφθηκαν την παρουσία μου και άρχισαν να με ξεγυμνώνουν και να με κατασπαράζουν, και τα πούπουλά μου φρόντισαν να περάσουν μονομιάς στην αντεπίθεση. Ξεχύθηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις, η μάχη σφοδρή αλλά σύντομη. Τουλάχιστον δεν πόνεσα. Πώς θα μπορούσα άλλωστε. Εν τέλει, βρήκα ειρωνικό το να προσπαθείς τόσο καιρό να γίνεις ένα με κάτι, και αντ’ αυτού να γίνεσαι χίλια κομμάτια μαζί του. Αυτό βέβαια σημαίνει πως ίσως, κατά κάποιο τρόπο ο στόχος επετεύχθη. Αν και γενικά με μπερδεύει το ότι δεν ήμουν παρά ένα μικρό μπλε μαξιλάρι με φιλοδοξίες και δικαίωμα επιλογής, και τώρα έχω μείνει εδώ, να προσπαθώ να καταλάβω αν έκανα σωστά ή λάθος, αν κέρδισα ή έχασα. 


Με ακούει κανείς, τέλος πάντων; Βοήθεια.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Στην καθαρεύουσα, ανόητε.

Το πρώτο πράγμα που πρόσεξε ο Άρνολντ ήταν η Καιτούλα. Η Καιτούλα καθόταν στο μπροστά από αυτόν θρανίο και αποτελούσε εξαίρετο δείγμα επιμελούς μαθήτριας, τον ορισμό του ατόμου που διψά για γνώση, μάθηση και τη μελετημένη βήμα προς βήμα ανάδειξή της σε σνομπ άνθρωπο γενικά. Εντάξει, από τη μία ήταν και 12 ετών, ηλικία -όχι ιδιαίτερα, αλλά- πρώιμη για να καταλάβουν τον αθώο και μικροσκοπικό μα σφουγγαροειδή της εγκέφαλο εικόνες καλοσχηματισμένων αντρικών οπισθίων και κακοσχηματισμένων αντρικών εμπροσθίων. Εν πάσει περιπτώση, η Καιτούλα δεν είναι το θέμα μας στην παρούσα φάση, τουλάχιστον όχι τόσο όσο ο Άρνολντ, ο οποίος έμπαινε στο δεύτερο έτος της Νέας του Ζωής.

Να σημειωθεί εδώ πως αυτό που ονομάζουμε εμείς στην ιστορία μας Νέα Ζωή Του Μικρού Άρνολντ, ο Άρνολντ και η παρέα του το ονόμαζαν Ανδρισμό. Είναι σαφές θεωρώ πως επρόκειτο για τυπική Άπλετη Μαλάκυνση Προς Την Άσκοπη Αναζήτηση και Κατ' Επέκτασιν Το Δαμασμό Ενός Είδους Πρώιμης Εφηβείας. Ο Άρνολντ είχε έλθει σε επαφή μόλις στα 12 του τόσο με Διονυσιακούς χυμούς (μια γουλιά ακριβής μπύρας που είχε κλέψει ο Στεφανάκος από το ψυγείο - όχι του σπιτιού, του μίνι-μάρκετ που έχει ο πατέρας του, από το οποίο μινι-μάρκετ πήρε την ίδια μέρα και ένα κουτάκι τσίχλες φράουλα με μεγάλη φούσκα για παν ενδεχόμενο), όσο και με τρεις μουλωχτές τζούρες από καπνά Κορινθιακού ρυθμού, κατά τη διάρκεια μίας μονοήμερης. Στην Κόρινθο. Οι τσίχλες φράουλα, αν μη τι άλλο, του ήρθαν κουτί. Λάτρης της παράδοσης και της μυθολογίας, αρχιτέκτων, γευσιγνώστης, δραπέτης, ετών 12. 

Το δεύτερο πράγμα που πρόσεξε λοιπόν ο Άρνολντ, με μία από τις πολλές όσο και πολυδιάστατες πτυχές του χαρακτήρα του, αυτή του ηδονοβλεψία, ήταν τα πόδια της κυρίας Ελάτου, της δασκάλας του. Η κυρία Ελάτου, τυπικό παράδειγμα άσχημης-όχιάσχημης και χυμώδους δασκάλας δημοτικού την οποία γλυκοκοιτάζουν και χαζοχαίρονται οι ούτως ή άλλως χαζοχαρούμενοι πατεράδες που έρχονται στο σχολείο το μεσημέρι για να παραλάβουν τα παιδιά τους και να δουν κανάν ώριμο κώλο, κατάφερνε να δημιουργεί μυστήριο, με κάποιο μυστήριο τρόπο. Τα αγόρια της τάξης αναρωτιούνταν πως να είναι το εσώρουχό της, και τα κορίτσια της τάξης αναρωτιούνταν τι σκατά κοιτάνε και αναρωτιούνται τα αγόρια. Της τάξης. 

Το πρώτο πράγμα που δεν πρόσεξε ο Άρνολντ εκείνη τη μέρα, ήταν το αυτοκίνητο που πέρασε με κόκκινο.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

Μακάριοι οι εκ της νωθρότητος αυτόχειρες εισί.

Η έλλειψη δημιουργικότητας είναι μισή αρχοντιά. Και προς Θεού, μην παρεξηγηθούμε, μας αρέσει -ω, πόσο μας αρέσει- η δημιουργικότητα. Απλά υπάρχουν και οι στιγμές που δεν την έχουμε ανάγκη. Η συγκεκριμένη πρόκειται αδιαμφισβήτητα για μία από από αυτές τις στιγμές.