Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Μασώντας.

Βούτηξα, κράτησα την αναπνοή μου, την κράτησα λίγο ακόμα, αναδύθηκα. Τα δυο μου χέρια σφιχτά γαντζωμένα στο βρώμικο μάρμαρο, το υγρό πρόσωπό μου σε απόσταση αναπνοής από το θολό καθρέφτη. Βαθιά ανάσα. Επαναφέρω την ασταθή αναπνοή μου στον ρυθμό της. Τον έλεγχο του τρελού ρυθμού των ζωτικών οργάνων μου ακολούθησε ένα σύντομο αίσθημα αυτοπεποίθησης το οποίο όμως, δεν κατάφερε σε καμμία περίπτωση να καλύψει τον πανικό μου. Τέλος πάντων, καλημέρα.

Η αροκάρια σήμερα κλείνει τα 7 της χρόνια. Δεσπόζει στο κέντρο του σαλονιού και με καλημερίζει, με κοιτάζει, της διαβάζω, από τότε που γεννήθηκε. Ριζωμένη κτητικά και περήφανα, η επιβλητική μου πριγκίπισσα έχει δείξει όλα αυτά τα χρόνια να χαίρει της θαλπωρής και της φροντίδας μου, ανθίζοντας και ψηλώνοντας βολεμένη στο χώμα που από πάντα κάλυπτε το πάτωμά μου. Φροντίδα τόσο μεγάλη, που δεν έχει αρρωστήσει παρά μόνο φέτος, όταν και το φύλλωμά της άρχισε να υποχωρεί και τη θέση του να παίρνουν μικρές θηλιές. Μέρα με τη μέρα, μια θηλιά τυχαίου μεγέθους έκανε την εμφάνισή της στην άκρη του αντίστοιχου ορφανού, ξεγυμνωμένου πλέον κλαδιού.

Τις πρώτες μέρες απλά το αγνόησα, θεωρώντας πως τα μάτια μου απλά παίζουν παιχνίδια. Στη συνέχεια, και καθώς η Αρρώστια συνέχιζε να εξαπλώνεται, πανικοβλήθηκα. Τον τελευταίο χρόνο δεν έχω σταματήσει να έχω εφιάλτες που περιλαμβάνουν από έναν κλώνο μου κρεμασμένο επάνω σε κάθε ένα από τα γεμάτα θάνατο χέρια της, συνήθως ζωντανό ακόμα, να χτυπάει νευρικά τα πόδια του και να εκκρίνει τα τελευταία του υγρά από το στόμα και τη μύτη, τα μάτια γεμάτα αίμα. Και τότε είναι που πετάγομαι ξύπνιος, μοναχά για να διαπιστώσω πως ούτε όταν είμαι σε εγρήγορση και διακατέχομαι από νηφαλιότητα τα πράγματα βρίσκονται σε καλό δρόμο.

Κατευθύνθηκα αργά και επιφυλακτικά προς το σαλόνι, την είδα το ίδιο ψηλή και περήφανη όπως κάθε άλλο πρωί, και εισχώρησα στο βασίλειό της περνώντας πάνω από τον ξύλινο προστατευτικό φράχτη που της είχα χτίσει στα πρώτα της γενέθλια, όντας υπερβολικά αθώος τότε, ώστε να μπορώ να προβλέψω μια τέτοια πραξικοπιματική πράξη αχαριστίας. Ένα ελαφρύ αεράκι που προϋπήρχε –μα τώρα ήμουν πιο κοντά και μπορούσα να το προσέξω- έκανε τις θηλιές να παίξουν απειλητικά προς το μέρος μου, σαν ένα τσούρμο από σιωπηλές ονειροπαγίδες που με χαϊδεύουν με τα πούπουλά τους. Ανατρίχιασα και έκανα ένα μικρό βήμα προς τα πίσω, νιώθοντας να πατάω επάνω σε κάτι. Σηκώνοντας το πόδι μου, είδα ένα στραβό ασημένιο κουτάλι το οποίο χρησιμοποιούσα κάθε βράδυ για να σκάβω το χώμα μπροστά από τα υπνωτισμένα πόδια της, προσπαθώντας να αντικρύσω τις ρίζες της, μία εμμονή μου την οποία απέδιδα στην αφοσίωση και την τυφλή αγάπη μου προς το φυτό.

Πήρα το κουτάλι στα χέρια μου, ξαναπλησίασα, και χάιδεψα δειλά αλλά με ειλικρίνεια τα ελάχιστα εναπομείναντα φυλλώδη κλαδιά της , ώσπου ξαφνικά, έντρομος συνειδητοποίησα τι σήμαινε όλο αυτό. Με έπιασα να στέκομαι κοκκαλωμένος προ της ανακάλυψής μου, διαπιστώνοντας για πρώτη φορά την ύπαρξη μιας βουβής έκκλησης καθώς και μιας απόκοσμης απειλής που προέρχονταν από το δέντρο μου.

Στο άκουσμα των γρήγορων βημάτων και των φωνών που πλησίαζαν απ’ έξω, αποφάσισα να δράσω γρήγορα. Έπρεπε να αφήσω ελεύθερο το δέντρο που μεγάλωνα τόσο καιρό μέσα μου. Και πλέον είχε μείνει ένα τελευταίο πράσινο κλαδί. Αναπνέοντας πάλι γρήγορα και άρρυθμα, έφερα τα νύχια μου στον καρπό μου και ουρλιάζοντας –ενώ τα βήματα πλησίαζαν- έσκισα ένα μικρό κομμάτι σάρκας. Εν μέσω κραυγών –που πλέον είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον όροφο- και δακρύων, πραγματοποίησα την ανταλλαγή. Η αροκάρια άνοιξε με προσδοκία το στόμα της και αποδέχθηκε την προσφορά μου ανέκφραστη, τη στιγμή που έκανα να κινήσω προς το τελευταίο κλαδί της ψελλίζοντας τρεμάμενα και ασύνδετα λόγια ευχαριστίας και κλαίγοντας από συγκίνηση. Από κάτω του βρισκόταν το σημείο το οποίο είχα σκάψει περισσότερο από κάθε άλλο στις βραδινές μου αποστολές. Τη στιγμή όμως που ύψωσα το κεφάλι για ένα τελευταίο ευχαριστώ, το ξαναχαμήλωσα αμέσως μπροστά στη θέα της ήττας μου, αντικρύζοντας μία ακόμα θηλιά, στη θέση του τελευταίου φύλλου. Από εκεί δραπέτευσα.

«Σκασμός εκεί στα κελιά! Τι έχουμε εδώ;»
«Αυτοκτονία…»
«Μάλιστα. Πρωτοτυπία. Κατεβάστε τον από εκεί κάτω πριν αρχίσει να βρωμοκοπάει.»
«Εεεε, και… αυτό;»
«Χαχ, κοίτα να δεις. Το έσκαβε 7 χρόνια ο μπάσταρδος, αλλά δεν του δίναμε σημασία.»


Το πτώμα μεταφέρθηκε, το τούνελ σφραγίστηκε και το σκοτάδι αγκάλιασε ξανά το μέχρι πρότινος άδειο από ζωή δωμάτιο.

1 σχόλιο:

Cookie Monster είπε...

Η αγαπημένη μου λέξη, όταν ήμουν μικρή, ήταν "αροκάρια". Μου ακουγόταν σαν δέντρο, σαν αέρας, σαν θάλασσα, ξύλο, βουνό και μουσική μαζί. Και ρίζες. Ακόμα μου φέρνει στο μυαλό Λαβύρινθο του Πάνα και χώμα με πευκοβελόνες.