Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Φάιναλ Φάντασυ ΙΙΙ

Το ηλεκτρονικό ρολόι της οροφής του τρένου έγραφε ’03-01-2000’ και από κάτω ’07:54’, σε αντίθεση με το λιτό και ειλικρινέστατο ’20:47’ που έπαιρνα σαν απάντηση από το δικό μου. Μετά από δαιδαλώδεις λογικές διαδικασίες και ακολουθίες, ο εγκέφαλός μου κατέληξε στο συμπέρασμα πως κάποιος φαρσέρ θα το απορρύθμισε, μηδενίζοντάς το τρεις μέρες πριν, με αποτέλεσμα το βαγόνι μας να επιστρέψει στις πρώτες ποσταρμαγγεδωνικές μέρες, τότε που ακόμα μετρούσαμε –θυμάμαι- νεκρούς, τραυματίες, κομήτες, αστρόπλοια, διαστημικά τζανκ φουντ και μαρτυρίες γειτόνων που είδαν ένα ΟΥΦΟ να πίνει νερό από το λάστιχο με το οποίο πλένει ο κυρ-Αντρέας το αυτοκίνητό του και ξεδιψάει τα δύο του παιδάκια, τότε που ακόμα η ανθρωπότητα πάσχιζε να συνειδητοποιήσει τι είχε μόλις συμβ……

…….’Έλα κι εσύ ρε βλάκα.’
‘Αδύνατον. Δεν ξέρω αν παρατήρησες πως επρόκειμαι για ασπόνδυλο.’
Ναι, αλλά στ’αρχίδια μου, μην έρθεις.’
Κοίτα αυτό το παντελόνι. Τις προάλλες το φόρεσα όταν πήγαινα στην Επόμενη Στάση Άγιος Βάναυσος. Προσοχή Στο Κενό Μεταξύ Αποβάθρας Και Συρμού.

 Δεν ξέρω αν με εκνευρίζει περισσότερο το ότι ξυπνάω, ή το ότι ξυπνάω έτσι. Τείνω προς το δεύτερο, με δεδομένο πως δεν είναι ακριβώς κακό το να μην κοιμάσαι σε υπεραστικά μέσα, μπορείς να αποφύγεις χρόνια ανατομική οδύνη και το ενδεχόμενο να διανυκτερεύσεις σε κάτι που οι ρομαντικοί θα ονόμαζαν ‘αγκαλιά της φύσης’. Οι κυνικοί θα το ονομάσουμε ‘διαόλου μάνα’, θα του φορέσουμε και κάλτσα –δώρο του υιού για τη γιορτή της- και όντας σε εγρήγορση, θα κατέβουμε στη στάση που μας πρέπει, αφήνοντας τέτοιου είδους αναποδιές για τους χαζ…….

 ……..’Are we supposed to turn this on?
‘You bet we are!’
‘Au contraire, Watson, au contraire.’
‘Καλησπέρα σας, τι θα πάρετε; Προσφέρουμε σοκολάτα, και σοκολάτα.’
‘Ποια η διαφορά;’                                              
‘Η μία τρώγεται και σερβίρεται σε κούπα, η άλλη είναι ρόφημα τυλιγμένο σε φάνκι χαρτί.’
‘Θα αγοράσω!!!!!!’
Φιλιούνται. Τέλος πράξης, Τέλος Γραμμής.’
                             
 -‘Κάνει τέρμα εδώ, κατεβαίνετε. Ε, τέρμα είπα, ξυπνήστε!’Σκούπισα τα σάλια μου από τον θυμωμένο προσκέφαλο του διπλανού άδειου καθίσματος χαμογελώντας του ενοχικά, τη στιγμή που η όρασή μου άρχισε και πάλι να μετατρέπεται σε χρήσιμη αίσθηση. Μου προσέφερε απλόχερα μία σπάνιας ομορφιάς εικόνα, αυτή του χωροχρονικού τρένου στο οποίο ο μόνος επιβάτης είμαι εγώ. Μακάρι να μπορούσα να κάτσω κι άλλο, αλλά –‘λυπάμαι, κάποια άλλη φορά’- πρέπει να πάω να κοιμηθώ στην αγκαλιά της φύσης . 

Δεν υπάρχουν σχόλια: