Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Έχω δίπλα μου όσα είναι απαραίτητα για το τελετουργικό.

Έχω δίπλα μου όσα είναι απαραίτητα για το τελετουργικό. Και περιμένω. Περιμένω. Και όχι για πολύ ακόμα. Και όχι άδικα.

Απόψε έχουμε βάπτιση. 

Βαπτίζεται εις το όνομα των όσων προσάπτει στον πλησίον του. Εις το όνομα της απάθειας. Έχει δίκιο. Ως τώρα υπέμενα και επέμενα μονάχα να λαμβάνω. Και να το επαναλαμβάνω. Αυτή τη στιγμή μεταλαμβάνω. Ήρθε ο καιρός να μάθω να μάθω και εγώ πώς να ορθοποδήσω. Και μάλιστα, θα το πάω ένα βήμα παραπέρα. Αν το πλάνο λέει να ορθοποδήσω, εγώ θα φροντίσω να αναληφθώ. 

Βαπτίζεται εις το όνομα της πλήρους, εσκεμμένης έλλειψης κατανόησης. Στο όνομα της αδιαφορίας και του εγωκεντρισμού. Το ενδιαφέρον μου από εδώ και στο εξής το μόνο που θα κάνει θα είναι να εγωκεντρίζεται. Καληνύχτα θύμα, καλημέρα θύτη.

Βαπτίζεται εις το όνομα της πλασματικής υποδούλωσης του Εγώ του, με απώτερο σκοπό τη μετέπειτα πέρα ως πέρα αληθινή υποδούλωση τους Εσείς σας.

Σκυμμένο κεφάλι, κομμένη τούφα μαλλιών μπροστά στον καθρέφτη, αθώο, αγγελικό, αναγεννημένο βλέμμα. Το κοίταξα στα μάτια. Ο καθρέφτης φάνηκε να το λυπήθηκε. Εγώ χαμογέλασα ντροπιασμένος. Το μπουκάλι με το μπέρμπον ήταν ανοιχτό, και ήταν καλή στιγμή να με περιλούσω με αυτό. Δεν έβγαλα τα ρούχα μου. Τα έσκισα, τα διέλυσα, τα έβρισα. 

Βαπτίζεται εις το όνομά μου, σου χαρίζω το όνομά μου, σου χαρίζω εμένα. Στο εξής θα μιλάμε ταυτόχρονα, θα πράττουμε ταυτόχρονα, θα χαμογελάμε ταυτόχρονα, δε θα κλαίμε ταυτόχρονα. Δε θα κλαίμε ποτέ. 

Το αλκοόλ χρειαζόταν. Γυμνός, λούστηκα. 

-Αποτάσσεσαι; Αποτάσσομαι. – Τι αποτάσσεσαι; Αποτ…

 Η μορφή στον καθρέφτη γέλασε υστερικά που με είδε σκεπτικό και τρεμάμενο. Εγώ γιατί δε γελούσα; Κοίταξα πίσω, εκεί που μου έδειξε. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω τι σχεδίαζε. Ο αναπτήρας βρισκόταν στα δυο μου βήματα, αν προλάβαινα να τον πιάσω αυτοκτονούσα, αν προλάβαινε αυτός με δολοφονούσε. Σκόνταψα στην προσπάθεια να τον προφτάσω, μα το έκανα. Με βλέμμα νικητή στράφηκα προς το μέρος του, όντας ακόμη πεσμένος στο πάτωμα, και με τρόμο διαπίστωσα πως στεκόταν ακόμα εκεί. 

Η ζωή μπροστά απ’ τα μάτια μου. Απ’τα μάτια του. Ήταν άψυχος μα πιο ζωντανά από τα δικά μου. Διάλεξε γρήγορα. 

-----------------------------------------------------------------------------------------------

Τη στιγμή που το δωμάτιο τυλιγόταν στις φλόγες, βρισκόμουν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Με βιαστικό αλλά προσεκτικό βήμα απομακρύνθηκα από το τετράγωνο. Χαμήλωσα τα μαύρα γυαλιά μου, έσφιξα τη γραβάτα και χαμογέλασα προς αυτούς που έτρεχαν να δουν τι έχει συμβεί. Δε με πρόσεξαν, τους πρόσεξα εγώ. Τους κάλεσα εγώ. Ψυχή ήθελαν, ψυχή θα βρουν.Αλλά όχι εδώ. Οι ψυχές είναι μέσα και παίζουν με τη φωτιά απόψε.

----------------------------------------------------------------------------------------------

Υποδέχθηκα τις φλόγες με σκυμμένο κεφάλι. Όπως είχα διδαχθεί να κάνω - και το έκανα καλά. Από μια άποψη, τόση ζεστασιά είχα καιρό να νιώσω. Και παρατηρώ πως υπό άλλες συνθήκες δε θα κατάφερνα να ξεχωρίσω αν ο ήχος από τις καμπάνες ήταν χαρμόσυνος ή πένθιμος. Πάει καιρός που τα βλέπω όλα διττά, και θα ήταν δύσκολο να καταλήξω κάπου ούτως ή άλλως. Αυτή τη φορά όμως είμαι βέβαιος πως ήταν πένθιμες. Αλλά δε χτυπούσαν για μένα.


Μπομπονιέρα; 

Δεν υπάρχουν σχόλια: