Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Αλλού.

...άρχισε να τρέχει όπως δεν είχε τρέξει ποτέ. Χωρίς να ελαττώσει την ταχύτητα του –ίσα ίσα- έλυσε τη γραβάτα του και κοίταξε πίσω. Δεν τον ακολουθούσε κανείς , όπως περίμενε. Ακούγοντας την κοφτή του ανάσα και νιώθοντας τις πρώτες σταγόνες ιδρώτα να γαργαλάνε το μέτωπο και την πλάτη του πέταξε το σακάκι και το χαρτοφύλακά του και συνέχισε να τρέχει , αφού έστριψε δεξιά στο τέλος του τετραγώνου. Πήρε μία ανάσα με τα χέρια στα γόνατα, κοίταξε πρώτα επάνω, ύστερα ευθεία. Ο δρόμος τον οδηγούσε έξω. Χαμογέλασε κοπιασμένα, ίσιωσε τα γυαλιά του και άρχισε να περπατάει αποφασιστικά και γεμάτος ζωή. Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει, και...

…άρχισε να τρέχει όπως δεν είχε τρέξει ποτέ. Χωρίς να ελαττώσει την ταχύτητά του- ίσα ίσα- απομάκρυνε το χέρι του από το μαντήλι που είχε περάσει πρόχειρα στο κεφάλι του και εκείνο, ελλείψει στηρίγματος πλέον, αφέθηκε στον αέρα. Κοίταξε πίσω. Δεν τον ακολουθούσε κανείς, όπως περίμενε. Ακούγοντας την κοφτή του ανάσα και νιώθοντας τις πρώτες σταγόνες ιδρώτα να γαργαλάνε το μέτωπο και την πλάτη του αφαίρεσε το φτηνό t-shirt του και συνέχισε να τρέχει, αφού έστριψε δεξιά στο τέλος του αμπελώνα. Πήρε μία ανάσα με τα χέρια στα γόνατα, κοίταξε πρώτα επάνω, ύστερα ευθεία. Ο δρόμος τον οδηγούσε μέσα. Χαμογέλασε κοπιασμένα, ανασήκωσε το ξεθωριασμένο σακίδιό του και άρχισε να περπατάει αποφασιστικά και γεμάτος ζωή. Ο ήλιος είχε αρχίσει να ανατέλλει.

Αν και μέσα του Νοέμβρη, ο καιρός ήταν ιδιαίτερα φιλικός εκείνο το πρωί που με ένα στριφτό τσιγάρο στο χέρι, ο Π. περνούσε αθόρυβα την πόρτα του γραφείου του, μοιράζοντας μουδιασμένες καλημέρες στους συναδέλφους του, οι οποίοι –ίσως επειδή δεν έδωσαν σημασία- δεν έδειξαν ξαφνιασμένοι για την ξαφνική αλλαγή στη συμπεριφορά του, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν πως ο Π. επρόκειτο για έναν ιδιαίτερα εύθυμο, ειλικρινή και ανοιχτό άνθρωπο. Κάθησε στην καρέκλα του, όπως κάθε μέρα, και άρχισε να κοιτάζει γύρω του ως προσπάθεια να προσδιορίσει τι ευθύνεται για το σημερινό του κακό ξύπνημα. Στην προσπάθειά του να επικοινωνήσει πλήρως με το χώρο, αποφάσισε να κάτσει παραπάνω στο γραφείο, στο οποίο και έμεινε μέχρις ότου άρχισε να πέφτει ο ήλιος, εικόνα που διέκρινε από το παράθυρό του. Και τότε τον χτύπησε σαν κεραυνός. Ακολούθησε ένα διάπλατο χαμόγελο, σχεδόν σαν το χαμόγελο ενός τρελού, και συνοπτικές διαδικασίες συμμαζέματος του γραφείου. Σηκώθηκε απότομα σα να του έκαναν ηλεκτροσόκ, φόρεσε βιαστικά το σακάκι του, πήρε το χαρτοφύλακα και…

...σε έναν αμπελώνα αρκετά χιλιόμετρα έξω από την πόλη, ξημέρωνε. Ο Π. δεν είχε κοιμηθεί καθόλου το προηγούμενο βράδυ, προτίμησε αντ’ αυτού να περιμένει να δει την ανατολή καθισμένος μπροστά από την καλυβίτσα του, σε μία ξύλινη πολυθρόνα που είχε ο ίδιος κατασκευάσει. Μασούσε ταμπάκο και σφύριζε αμήχανα και νευρικά, κοιτάζοντας μία τον ήλιο στην πρώιμη μορφή του, μία τα δάχτυλά του, ως προσπάθεια να προσδιορίσει τι ευθύνεται για τη σημερινή κακή του διάθεση. Και τότε τον χτύπησε σαν κεραυνός. Σηκώθηκε απότομα σα να του έκαναν ηλεκτροσόκ, φόρεσε βιαστικά το μαντήλι του, πήρε το σακίδιό του και…

Το γραφείο καταλήφθηκε από νέο υπάλληλο, η καλύβα και ο αμπελώνας άλλαξαν ιδιοκτήτη. Και κάπου στα μισά της διαδρομής, ο Π. είχε εγκάρδιο χαιρετισμό με τον εαυτό του, με τον οποίο μετά από ολιγόλεπτη συζήτηση αποφάσισαν να πάνε αλλού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: