Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Νωθρότητα.

“Γιατί με κοιτάει έτσι αυτός ρε μαλάκα;”

Η 80χρονη –κατά τα φαινόμενα, τα οποία συνήθως απατούν, άρα τουλάχιστον 80χρονη- αναιμική, ρυτιδιασμένη, νεκροζώντανη φιγούρα του υπάλληλου του μίνι-μάρκετ μοίραζε χαμόγελα. Και βλέμματα. Αλλά κυρίως χαμόγελα, λόγω ασθενούς οράσεως. Ή κυρίως βλέμματα, λόγω φανερής έλλειψης στοιχειωδών οργάνων που θα συντελούσαν στην επιτυχή διεκπεραίωση μιας τέτοιας αποστολής. Δοντιών, με λίγα λόγια. Με λόγια έξω από τα δόντια.

“Έχεις δει τη μούρη σου τελευταία;” – “Άντε γαμήσου.”

Το υπεραιωνόβιο γκόλουμ μάλλον αναθάρρησε στο άκουσμα λέξεων που στα νιάτα του σήμαιναν κάτι βιβλικό, και πλησίασε τους δύο εξτρίμ νεαρούς, κρατώντας το βλέμμα, κρατώντας το χαμόγελο, κρατώντας μια μαγκούρα και κινούμενος με ρυθμούς που θα ζήλευαν τα ζόμπι του Ρομέρο. Έκανε να ανοίξει το στόμα του, δεν το άνοιξε, ευτυχώς γιατί βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής, τσιμουδιά. Τα τρομοκρατημένα μα καμουφλαρισμένα με δόσεις ειλικρινούς καχυποψίας και τσαμπουκά βλέμματα των νεαρών μας, έδωσαν άμεσα σήμα στον Πατήρ-Εγκέφαλο, ο οποίος αφού αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης, ξύπνησε ταυτόχρονα και το διπλανό του Πατήρ-Εγκέφαλο, και αφού για πρώτη φορά λειτούργησαν, και για πρώτη φορά λειτούργησαν ταυτόχρονα, έστειλαν σήμα στα τρομοκρατημένα μα καμουφλαρισμένα με δόσεις ειλικρινών Λιβάις Τζινς, πόδια τους. Δεν άρχισαν όμως να τρέχουν ουρλιάζοντας, παρά μόνο αφού πήραν 2 (δύο) κουτάκια κοκακόλα έκαστος στα χέρια τους και γλίστρυσαν επιδέξια και με ρίσκο ζωής από τα θανατηφόρα χέρια του μύκητα που είχε το θράσος να κυκλοφορεί ελεύθερος με ανθρώπινη μορφή.

Στη γωνία πριν το σπίτι τους , τον είδαν. Στεκόταν, χαμογελούσε, είχε δόντια, φορούσε γυαλιά, ήταν αυτός. Κοιτούσε. Σίγουρα είχε έρθει ως εδώ πριν από αυτούς, πριν από τον ίδιο του τον εαυτό ,πριν το Χόκινγκ, για το Χόκινγκ. Και για να απονείμει δικαιοσύνη, με τρόπο που θα άρμοζε σε έναν υπεύθυνο καταστηματάρχη. Δε θα του περάσει.

“Ψόφα, δαίμονα”. Οι ανθρακούχες βολές προς τον ανήμπορο γεράκο και η χρήση τακτικών του στυλ “χτύπα και τρέχα” συνέθεταν το όμορφο και ήσυχο κατά τα άλλα απόγευμα της 24ης Ιουλίου, στη μικρή γειτονιά που βρισκόταν έξω από την πόλη της Κ. Ο χωροχρονικός γεράκος κατέρρευσε χωρίς να τον πετύχει κανένας από τους τσίγκινους σαμουράι που προσπάθησαν βίαια να εισβάλλουν στην ομαλή διεξαγωγή του απογευματινού του τριπ, αλλά ένα τέτοιο θέαμα είναι αποτρόπαιο, ξαφνικό, δυσβάχταχτο για τέτοιες ηλικίες, όπως και να χει. Ακόμα και οι βρικόλακες πεθαίνουν από το φόβο τους, όπως αποδεικνύεται.

Το μίνι μάρκετ την επόμενη ήταν κλειστό. Αλλά αυτός μέσα. Σίγουρα θα σχεδίαζε κάτι. Σίγουρα έδειχνε να σκέφτεται, να μελετάει, και να σχεδιάζει. Αντικρύζοντας τον εκεί, το ίδιο μοχθηρό, το ίδιο ζελεδιαστό, χωρίς δόντια, οι δύο ήρωές μας αποφάσισαν πως έπρεπε να τελειώσει εδώ αυτή η διαμάχη. Ένα χτύπημα στην πόρτα και μία κραυγή που μεταφράζεται ως “θα πεθάνεις, απεσταλμένε των Ανίερων” ήταν αρκετά.

Και έτσι απεβίωσαν οι δύο γηραιέστεροι δίδυμοι της κωμόπολης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: