Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Ντίσκο

Όταν γνώρισα τη Δ., ήμουν έξι ετών. Ήταν ένα σχετικά σκοτεινό, κρύο μα καθαρό χειμωνιάτικο απόγευμα στην παιδική χαρά κοντά στο σπίτι μου. Καθώς οι γονείς μας γνωρίζονταν, θεώρησαν βολικό το να δειπνήσουν εκείνη τη μέρα που θα μπορούσα να γνωρίσω ένα κορίτσι της ηλικίας μου και να τους αφήσω να τα πουν με την ησυχία τους, όντας ιδιαίτερα θορυβώδες παιδί. Μετά από χρόνια, έμαθα πως εκείνη τη μέρα που ενώ έκανα κούνια και άφηνα ενθουσιώδη ουρλιαχτά υπό το βλέμμα των τεσσάρων ενηλίκων που κάπνιζαν στο παγκάκι, το κοριτσάκι που στεκόταν μπροστά μου δεν ήταν ντροπαλό και βαρετό όπως νόμιζα, μα σκεπτικό. Και σκεφτόταν –όχι, ήξερε- από τότε, πως θα είμαι για πάντα δικός της. Κατεβαίνοντας από την κούνια, την είδα να χαμογελάει το ίδιο σκεπτική, έκφραση που με γοήτευσε μα με κατέβαλλε παράλληλα, μη έχοντας ξαναδεί παιδί σαν και εμένα να μπορεί να αποπνεύσει τέτοια επιβλητικότητα. Ο άμεσος και καταφανής αφοπλισμός μου, άμεσα παρέδωσαν το πηδάλιο σε εκείνη. Και από εκείνη τη στιγμή, η ζωή μου ήταν μια πτήση σε ανεξερεύνητα υψόμετρα, με τη Δ. στο πιλοτήριο και εμένα στις οικονομικές θέσεις. Και λάτρευα τη θέα.

Λίγο καιρό μετά οι γονείς της αποφάσισαν να μετακομίσουν και αποδείχθηκε ευτυχές το ότι η Δ. ήταν πια πιο κοντά σε μένα από ποτέ, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το ότι πλέον πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο. Ήταν το πρώτο κορίτσι που ήταν οικείο μαζί μου, χωρίς να αφήνει ποτέ κατά μέρος το αυστηρό, δασκαλίστικο ύφος που την περιέβαλλε σα μανδύας. Με τα χρόνια άρχισα να την εμπιστεύομαι και να την ακολουθώ. Μαζί της έκανα την πρώτη μου κοπάνα, μαζί της το πρώτο μου τσιγάρο, από τις εμπειρίες της ήρθα σε πρώτη έμμεση επαφή με τον έρωτα, το σεξ, τους ανθρώπους . Με νοιαζόταν και μου ανοιγόταν όσο ποτέ δεν είχε ανοιχτεί σε κανέναν. Όπως τότε, που μία φορά υπό την επήρεια αλκοόλ και ουσιών, προσπάθησε να αναλύσει το πόσο ιδανικό ήταν το τάιμινγκ της γνωριμίας μας, και πως είμαστε οι κατάλληλοι άνθρωποι στους κατάλληλους ρόλους. Ομολογώ πως από τη στιγμή που άρχισε το πανεπιστήμιο και συγκατοικήσαμε, την καταλάβαινα όλο και λιγότερο μέρα με τη μέρα. Αλλά ούτε στιγμή δεν περνούσε από το νου μου πως δεν την αντέχω. Απολάμβανα πραγματικά κάθε στιγμή που βρισκόταν γύρω μου, και γνωρίζω πως έκανε και εκείνη το ίδιο. Μια μέρα μετά από περίπου ένα χρόνο, και ενώ διάβαζα στο δωμάτιό μου, μπήκε μέσα κρατώντας ένα κερί, έβησε τα φώτα και άρχισε να χορεύει μυστικιστικά. Ήταν κάτι που έκανε συχνά, αλλά ποτέ πριν ως τότε, κυρίως λόγω της δικής της αποστασιοποίησης, δεν είχα δει πόσο όμορφη ήταν. Το θέαμα με συνεπήρε και πρώτη φορά ένιωσα κοντά της. Έλυσα τη ζώνη, σηκώθηκα από το κάθισμά μου και για πρώτη φορά χτύπησα την πορτούλα του πιλοτηρίου. Αλλά ατυχώς, με σταμάτησε η αεροσυνοδός ζητώντας μου να δέσω τη ζώνη μου εν όψει των επικείμενων κενών αέρος. Υπάκουα γύρισα πίσω, και ήμουν για μία ακόμα φορά μόνος με τα βιβλία μου.

Μετά την αποφοίτησή μας συνεχίσαμε να συγκατοικούμε και να μοιραζόμαστε τα πάντα, έστω από διαφορετική σκοπιά. Εγώ πάντοτε χρειαζόμουν τις εμπειρίες και τις ιδέες της, αυτή πάντοτε χρειαζόταν έναν ακροατή. Για αυτό και σχεδόν πάντοτε στεκόμουν βουβός και αμήχανος κάθε φορά που εκείνη μου εξηγούσε το πώς βλέπει τα πράγματα, τη διαφορετική, δημιουργική, λιγότερο γνώριμη και υποφερτή πλευρά των πραγμάτων. Ακόμα και όταν δεν καταλάβαινα τίποτα, της έγνεφα καταφατικά και την ικανοποιούσα. Τότε θα ανακουφιζόταν γιατί κάποιος την άκουσε, και θα συνέχιζε να πίνει αργά αργά το γαλλικό της.

Στα χρόνια ανάμεσα στις σπουδές και την –κοινωνική- ενηλικίωσή μας, η Δ. –με εμένα πάντοτε στο πλευρό της- πέρασε την πιο πειραματική περίοδο της ζωής της. Μπροστά σε έναν καμβά που έπρεπε να δημιουργήσω ένα πορτραίτο με κύρια υλικά μου τα ταξίδια, τους ανθρώπους, τα φώτα των Ευρωπαικών πόλεων, τα ναρκωτικά και τα σεξ μίας νύχτας, το χέρι μου έτρεμε πολύ. Το δικό της όχι, και αυτό ήταν που με καθοδηγούσε. Εκείνη την περίοδο ένιωσα για πρώτη φορά τυχερός που την είχα γνωρίσει, η πρώτη φορά που ένιωσα ερωτευμένος μαζί της. Και ήταν απελπιστικά ελεύθερη για να μπορέσει ποτέ να γίνει δική μου. Μου ανακοίνωσε πως είναι άρρωστη, δεν έχει πολλά χρόνια ζωής ακόμη, και με αγκάλιασε αφού πρώτα μου χάρισε το πιο ειλικρινές χαμόγελο που έχω τολμήσει να δω ποτέ. Με κράτησε έτσι για δύο λεπτά και ενθουσιασμένη χάθηκε στο πλήθος χορεύοντας. Ήταν γραφτό της να πεθάνει και εγώ τη ζήλευα.

Σήμερα πάνε περίπου τριάντα χρόνια από τότε που τη γνώρισα. Εγώ ακόμα ακροατής, παρατηρώ από το κάθισμά μου τα φώτα των πόλεων τις νύχτες, τις λίμνες και τις οροσειρές στις οποίες επιλέγει να με οδηγεί. Εκείνη με το πηδάλιο μόνιμα στα χέρια της, και μάλιστα να μετακομίζει σήμερα μαζί μου στο πατρικό μου, και αυτή τη στιγμή να της φτιάχνω δείπνο, με τα χέρια μου κατακόκκινα και γεμάτα σημάδια από τα κατσαβίδια και τα λοιπά εργαλεία που χρησιμοποίησα για τις όποιες απαραίτητες επιδιορθώσεις. Η κουζίνα μας έδειχνε στη θάλασσα και σήμερα είχε αρκετό κύμα που για κάποιο λόγο μου έφερε στο μυαλό την πρώτη μας μέρα στην παιδική χαρά. Άνοιξα το παράθυρο και για πρώτη φορά ξαναβρήκα στον αέρα τη μυρωδιά εκείνης της μέρας. Εισέπνευσα βαθιά, χαμογελαστός και δυνατός. Φάγαμε μαζί, και μετά μου είπε πως ήρθε η ώρα. Ήταν η πρώτη φορά που πανικοβλήθηκα όλα αυτά τα χρόνια, όταν άρχισε να με φιλάει και να ξαπλώνει μαζί μου στο πάτωμα. Όταν τελειώσαμε, την κοίταξα στα μάτια όπως δεν είχα κάνει ποτέ. Ο πιλότος άνοιξε την πόρτα και με κοίταξε χαμογελαστός.

«Μ’ αγαπάς;»
«Και βέβαια όχι, κουτέ. Ποτέ δε σε αγάπησα. Ούτε κι εσύ. Αλλά ήταν φανταστικά, δεν ήταν;»

Σοκαρίστηκα όταν συνειδητοποίησα πως αυτό ήθελα να ακούσω. Όταν συνειδητοποίησα πως είχε δίκιο. Της έκλεισα τα μάτια και την φίλησα στο μέτωπο. Δεν τα ξανάνοιξε ποτέ. Διαπιστώνοντας την απώλεια του ελέγχου, ασυναίσθητα έπεσα ολόκληρος επάνω στο πηδάλιο ενώ το αεροπλάνο συνέχιζε την ιλιγγιώδη πορεία του προς τη συντριβή. Η κίνησή μου απέβη σωτήρια, καθώς συνειδητοποίησα πως με κάποιο τρόπο, είχα μάθει να πιλοτάρω. Τράβηξα το πηδάλιο προς τα πίσω και έφτασα στον ουρανό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: