Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Perspective.

Άλλος ένας γδούπος. Ακριβώς από πίσω του αυτή τη φορά. Χέρια στις τσέπες, δεν υπάρχει χρόνος, δεν υπάρχει καθόλου χρόνος, το μαύρο του καπέλο, τα μαύρα του γάντια, τα μαύρα του γυαλιά, όλα εκεί, και το γρήγορο βάδισμα εκεί επίσης.

Το πεζοδρόμιο έχει γίνει άκρως επικίνδυνο σήμερα και με αυτό ως δεδομένο περπατούσε στη μέση του δρόμου, που και που κοιτώντας το ρολόι του, έχω αργήσει. Αρνήθηκε να σηκώσει το κεφάλι του, ένα από τα πράγματα που τον απέτρεπε ήταν το ότι θα ήταν αναγκασμένος να αντιμετωπίσει την όλη κατάσταση κατάματα, πρόσωπο με πρόσωπο, και ίσως να το έκανε αν δεν βρισκόταν η δουλειά του υπό απειλή. Αριστερά και δεξιά του οι γδούποι πολλαπλασιάζονταν, πλέον θαρρεί κανείς πως τον βομβάρδιζαν μα επέλεξε να συσσωρεύσει όλο του το είναι σε μια διαρκή ματιά στο ρολόι του και να υπολογίσει πόσο χρειάζεται να επιταχύνει το βήμα του ώστε να είναι στο γραφείο του εγκαίρως. Και ήταν απόλυτα λογικό το ότι τα λεωφορεία δεν θα τον βοηθούσαν μια τέτοια μέρα.

Με μία ώρα καθυστέρηση, το πανύψηλο κτίριο ξεπρόβαλλε στο τέλος του δρόμου, το ήξερε αλλά δεν σήκωσε το κεφάλι του να κοιτάξει, ο πόλεμος γύρω του βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο και απειλούσε να του κοστίσει μια δουλειά. Πλησιάζοντας την είσοδο -σχεδόν τρέχοντας πλέον-, ένας ακόμη ήχος και το σώμα που προσγειώθηκε απότομα μπροστά του τον ανάγκασε να δώσει σημασία, χωρίς βέβαια να του αποσπάσει την προσοχή ή να τον ταράξει . Το αφεντικό του, μπροστά στα πόδια του, τα φουσκωμένα κατακόκκινα μάτια του παρέμεναν ανοιχτά ώσπου να στερέψουν από αίμα. Ανακουφισμένος που η καθυστέρησή του δε θα του κοστίσει ιδιαίτερα υπό αυτές τις συνθήκες, έκανε μεταβολή και κοίταξε τη γεμάτη αυτόχειρες –που εξακολουθούσαν να πολλαπλασιάζονται εναρμονισμένοι με τους γδούπους τους κάθε δευτερόλεπτο- πόλη. Δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα προσέξει πόσο ψηλά κτίρια υπάρχουν σε αυτή την πόλη. Είναι θέμα οπτικής, σκέφτηκε.

Υπό τους ήχους των σωμάτων σε καθοδική πορεία, έβγαλε τα γάντια και το καπέλο του για να σκουπίσει το ιδρωμένο από το άγχος πρόσωπό του, προσπέρασε αδιάφορα το πτώμα του εργοδότη του και μπήκε στο κτίριο. Ο ήλιος φώτιζε το διάδρομο προσγείωσης πιο δυνατά από ποτέ, και σίγουρα κανείς δεν πρόσεξε πως δεν ήταν στην ώρα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: