Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Νεκροφίλια.

Τα δάχτυλά της δεν είναι απλά ζεστά, σήμερα είναι έργο τέχνης. Τα κρατούσε έτσι ως τη στιγμή που θα ανοίξω την πόρτα, και θα την ξανακλείσω μόνο για να κλειδώσω το αποψινό δεκεμβριανό κρύο απ’έξω. Τότε θα τα φέρει τρυφερά στα παγωμένα μάγουλά μου σε μια απόπειρα ανάκτησης του αρχικού χρώματος του προσώπου μου. Τη Μάρλα τη γνώρισα πριν… είκοσι ώρες.Σαββατόβραδο. Είκοσι ολόκληρες ώρες χωρίς να εξαφανιστεί κανείς από τους δύο μας, κάποιο είδος προσωπικού ρεκόρ. Εκείνο το βράδυ –χθες- στεκόταν σιωπηλή στο γεφυράκι και έδειχνε… όχι λυπημένη, αλλά σίγουρα σκεπτική. Μου τράβηξε αμέσως την προσοχή καθώς φορούσε κίτρινο μπουφάν, ένα φτηνό μα πανέμορφο –επάνω της- θαλασσί σκουφάκι,και μία πράσινη φούστα. Δε θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που είδα τόσα χρώματα σε έναν άνθρωπο. Νομίζω δεν υπάρχει καν πρώτη φορά. Την πλησίασα ώσπου να βρεθώ ακριβώς δίπλα της, της είπα απλά ότι βαριέμαι εδώ και χωρίς να γυρίσει καν να με κοιτάξει, έβγαλε τα μαύρα γάντια της και πέρασε τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού στα του αριστερού μου. Το βλέμμα της δεν άλλαξε αποδέκτη ούτε στιγμή.

‘-Είναι όπως το περίμενες, δεν είναι;
-Εννοείς…
-Η μέρα, η νύχτα, το κρύο, το ποτάμι μπροστά σου, όλα.
-Ναι ‘ – τράβηξα αμήχανα το χέρι μου πίσω.
-Τι σε ενόχλησε;
-Μένω μόνος, ξέρεις.
-Θέλεις να πεις πως το αισθάνθηκες;
-Το…;
-Το χέρι μου, ναι.
-Τι εννοείς αν το αισθ... Έχεις ζεστά δάχτυλα.’


-'Έχω! Αλλά δεν το ξέρεις. Γιατί αυτά δεν είναι τα δάχτυλά μου. Είναι τόσο πειστικά όμως, τα κατάφερα τόσο καλά', είπε με μία μελαγχολικά παιχνιδιάρικη διάθεση.

Άφησε το χέρι μου, έφερε το πρόσωπό της ακριβώς μπροστά στο δικό μου, η αναπνοή της μύριζε τσιγάρο και φτηνό κρασί και μου υποσχέθηκε πως θα αν την ακολουθήσω στην έξοδο θα με αφήσει να της πιάσω το χέρι. Σαγηνευμένος από τη μυστηριώδη παρουσία της, άργησα να συνειδητοποιήσω πως είχε ήδη αρχίσει να περπατά και πως είχα μείνει σαν ανόητος να κοιτάζω ψηλά, να κοιτάζω τη νύχτα και να νιώθω το κρύο στα κόκκαλά μου. Συμμάζεψα τις αισθήσεις μου και κινήθηκα βιαστικά να την προφτάσω.

Δεν είχα περάσει ποτέ τη νύχτα μου με κάποια, πόσο μάλλον με κάποια που έβλεπα πρώτη φορά. Και η ώρα περνούσε όλο και πιο γρήγορα, μα κάθε μου λεπτό ήταν γεμάτο. Μου εκμυστηρεύτηκε πως πρέπει να φύγει, πως είδε τι υπάρχει έξω και πως είναι πανέμορφο. Την άκουγα με προσοχή. Ήμουν απόλυτα πεπεισμένος πλέον πως είναι τρελή, αλλά δε μπορούσα να μην την ερωτευτώ.

Το πρωί μας βρήκε στο διαμέρισμά μου, αυτή μεθυσμένη και ξυπόλυτη να στηρίζεται επάνω μου και να γελάει ενώ αστειευόμουν για την ακαταστασία που θα αντικρύσει. Καθίσαμε στον καναπέ για λίγο, ώσπου να ξαπλώσει επάνω μου και να αφήσει έναν αναστεναγμό που ακούστηκε ιδιαίτερα κουρασμένος. Προσπάθησα να την φιλήσω.Το αποτέλεσμα ήταν να με αποφύγει παγερά και να κατευθυνθεί προς το σημείο του σαλονιού που κρατούσα τα ποτά μου. Έβαλε και για τους δύο μας ότι πιο βαρύ βρήκε.

‘-Δεν έχω δει ποτέ ξανά μαύρο χρώμα μαλλιών. Γιατί τα δικά σου είναι μαύρα;’
-Γιατί… έτσι είναι.
-Δεν έχω δει ποτέ κάποιον σαν εσένα. Πώς γίνεται;
-Απλά…. Υποθέτω πως… Απλά γίνεται.
-Δεν αναρωτιέσαι;
- Κάθε...’


Είναι παράξενο να είσαι ο μοναδικός άνθρωπος με σκούρο χρώμα δέρματος, μαύρα ανακατεμένα μαλλιά και μεγάλη κολιά, στον κόσμο. Αν μη τι άλλο, είναι ένας από τους λόγους που ποτέ δεν είχα καταφέρει να περάσω πάνω από μία ώρα με κάποια. Μέχρι τώρα. Ξεφύσηξα και κατέβασα το ποτό μου μονομιάς.

-…μέρα.’
-Τότε σταμάτα να αναρωτιέσαι και άρχισε να ΘΥΜΑΣΑΙ.'


Το ποτήρι μου έπεσε από τα χέρια στο άκουσμα αυτών των λέξεων, δεν έχω ιδέα γιατί. Την κοίταξα και έδειχνε ήρεμη και γλυκιά, αλλά μπορούσα να διακρίνω μία κατάμαυρη σκιά να τη βαραίνει ανάμεσα στα μάτια. Ένα απροσδιόριστα δυσοίωνο αίσθημα με κατέλαβε και της ζήτησα να κοιμηθεί στον καναπέ μου απόψε καθώς ήταν ήδη πολύ αργά για να πάει οπουδήποτε. Έδειχνε να μην έχει ανάγκη οποιοιαδήποτε μορφή ασφάλειας και ζεστασιάς, για αυτό και με εξέπληξε το πόσο εύκολα δέχτηκε. Της εξήγησα πως μπορεί να κοιμηθεί όσο θέλει, και πως θα τη δω όταν επιστρέψω από τη δουλειά. Σκεπάστηκε και με κοίταξε με τα γεμάτα μάτια της. Ένα βλέμμα το οποίο τη στιγμή που με διαπέρασε μου προκάλεσε μία ζαλάδα, για να απαλλαγώ από την οποία ανέβηκα πιο γρήγορα από ποτέ τις σκάλες που οδηγούν στο υπνοδωμάτιό μου.

Ο γεμάτος -από την παρουσία της- καναπές μου, ήταν ο λόγος που άργησα στη δουλειά σήμερα το πρωί. Ο λόγος που υπέστην μερική κώφωση και δεν άκουγα ούτε έναν ήχο, ούτε μία λέξη. Ο λόγος που κοιτούσα τον τοίχο του γραφείου μου και αντ’αυτού την έβλεπα να στέκεται στην άκρη μιας γέφυρας, με τα χέρια της μπροστά στο στόμα, την αναπνοή της να βγαίνει σε μορφή δαχτυλιδιών από καπνό και να δίνει κίνηση στα παγωμένα και μακρυά δάχτυλά της. Όταν ήρθε η ώρα να πάω σπίτι, μία τάση για εμετό με κυρίευσε. Οδήγησα σα μανιακός.

Τα δάχτυλά της δεν είναι απλά ζεστά, σήμερα είναι έργο τέχνης. Τα κρατούσε έτσι ως τη στιγμή που θα άνοιγα την πόρτα, και θα την ξανάκλεινα μόνο για να κλειδώσω το αποψινό δεκεμβριανό κρύο απ’έξω. Τότε τα έφερε τρυφερά στα παγωμένα μάγουλά μου σε μια απόπειρα ανάκτησης του αρχικού χρώματος του προσώπου μου. Το πρόσωπό της παρέμενε χαμηλωμένο και συνειδητοποίησα πως έκλαιγε όταν μίλησε με σπασμένη φωνή.

‘Με αγαπάς;’

Της ζήτησα να με κοιτάξει, το πρόσωπό της πιο όμορφο από ποτέ, κουβαλούσε κάτι από έναν άλλο κόσμο, ήταν όσο μοναδική ήμουν κι εγώ εδώ μέσα. Έψαχνα όλη μου τη ζωή για αυτήν, και δεν το είχα καταλάβει καν. Δε θα μπορούσα να αγαπήσω περισσότερο. Τη στιγμή που έγνεψα καταφατικά, μου έδωσε μία ματιά όλο ελπίδα, περπάτησε αργά προς το μπάνιο, και τη στιγμή που κλείδωνε την πόρτα μου είπε:

‘-Μη φοβηθείς, το περιμένω από τότε που γεννήθηκα, είσαι ο μοναδικός που μπορείς να τα καταφέρεις.
-Μάρλα; Για τι πράγμα μιλάς…
-Έχεις προσέξει ότι δε μοιάζεις με κανέναν γύρω σου.
-Και…
-Και πως δε μοιάζω με κανέναν γύρω μου.
-Τι θες να π…
-Θα σε συναντήσω έξω’
είπε, και την άκουσα την ώρα που άφηνε την τελευταία της πνοή, ο επιθανάτιος ρόγχος της κάλυψε σε ένταση ακόμα και τα επίμονα και δυνατά χτυπήματα μου στην πόρτα, ακόμα και τις κραυγές μου, και εκείνη τη στιγμή έχανα ότι είχα, εκείνη τη στιγμή ένιωθα πιο ζωντανός από ποτέ, εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα και…


…ο Π. έβγαλε τα ακουστικά του με μία αστραπιαία κίνηση και έμεινε να κοιτάζει την οθόνη του με τα χέρια του να τρέμουν και τον ιδρώτα να έχει καλύψει ολόκληρο το σώμα του. Έκανε εμετό αμέσως, και βήχοντας κοίταξε γύρω του. Το μπλουζάκι που κάλυπτε το πελώριο σώμα του μύριζε σαν ψοφίμι, και ήταν ακριβώς το ίδιο μπλουζάκι που φορούσε ο τρισδιάστατος χαρακτήρας στην οθόνη του, που αυτή τη στιγμή βρισκόταν ακίνητος έξω από μία πειστικά σχεδιασμένη τρισδιάστατη πόρτα τουαλέτας. Στο δεξί μέρος της οθόνης ήταν κλικαρισμένες οι εντολές “bang door/shout ”. Τρομαγμένος και με το στομάχι του ακόμα να διαμαρτύρεται, ο Π. κοίταξε γύρω του, για να δει πως βρισκόταν σε ένα αχανές δωμάτιο γεμάτο με εκατομμύρια καθισμένους, ανέκφραστους, φαινομενικά νεκρωμένους και καρφωμένους σε οθόνες ανθρώπους, ο καθένας τους να καθοδηγεί μέσω της σκέψης τους έναν εικονικό χαρακτήρα σε έναν εικονικό κόσμο, από τη στιγμή της γέννησης μέχρι και του θανάτου του. Έφερε δειλά το χέρι του κοντά στα μαλλιά αυτού που καθόταν δίπλα του, κρατώντας το στομάχι του και προσπαθώντας να μην ξεράσει ξανά εξαιτίας της μυρωδιάς. Είχε να συναντήσει την έννοια της όσφρησης από όταν ήταν μωρό, και σίγουρα δε θα περίμενε να είναι κάτι τόσο δυσάρεστο. Η αίσθηση της αφής τον έκανε να αφήσει μια πνιχτή κραυγή, τα χοντρά του δάχτυλα έτρεμαν και φοβισμένα τραβήχτηκαν πάλι πίσω.

Και τότε, ανάμεσα σε ένα πλήθος ζωντανών νεκρών, στο μέσο ενός διαδρόμου που θα ήταν ολοσκότεινος αν δεν το φώτιζαν τόσα εκατομμύρια οθόνες, άκουσε. Και ήταν ο πρώτος ήχος, και ήταν ο καλύτερος που θα μπορούσε να ζητήσει. Το πάτωμα είχε γεμίσει από τη σκιά της όπως ο ψεύτικος καναπές του είχε γεμίσει από την εικονική της ύπαρξη. Έμεινε κοκκαλωμένος, αφέθηκε στον ήχο των αργών βημάτων που έρχονταν προς το μέρος του, και συνειδητοποιώντας πως είναι οι μοναδικοί άνθρωποι που κατάφεραν να βγουν έξω, γονάτισε καταβεβλημένος από την άγνοια και τα πιο ζεστά δάκρυα άρχισαν να κυλάνε τη στιγμή που εκείνη έφτανε μπροστά του, μουσκεύοντας τα γυμνά της πόδια. Σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε λυτρωμένος και γεμάτος δάκρυα.

-Σε ευχαρ…
-Γνωρίζεις πως είσαι ο πρώτος άνθρωπος που δακρύζει εδώ και περίπου έναν αιώνα, έτσι;

Δεν υπάρχουν σχόλια: